Μικρός Σερίφης-Παγίδα στην Ποντερόσα

décembre 24, 2012

Γλυκοχαράζει στην Βιρτζίνια Σίτυ,είναι μόλις πεντέμισι το πρωί.Έφεξε ακόμη ένα καλοκαιριάτικο πρωινό που υπόσχεται έναν καυτό,ανελέητο ήλιο καθισμένο πάνω στον σβέρκο των κατοίκων της πόλης.Σε λίγες ώρες οι καρόδρομοι δεν θα μπορέσουν παρά να αναστενάξουν από την πολλή κίνηση καθώς οι φορτωμένες άμαξες θ’αρχίσουν να πηγαινοέρχονται με γοργούς ρυθμούς,ξεφορτώνοντας επιβάτες και κάθε λογής φορτία θα αλλάξουν χέρια και προορισμούς.Περνώντας η ώρα μπορεί να παρατηρήσει κανείς πολλοστές,βαθιές αυλακιές από ρόδες βαρυφορτωμένων κάρων αποτυπωμένες στον κεντρικό δρόμο.

Η πόλη αυτή της Νεβάδα έχει χαρακτηριστεί από πολλούς σαν η πλουσιότερη της Αμερικής και οι πολλαπλοί τυχοδιώκτες και χρυσοθήρες που την κατακλύζουν ενισχύουν καθημερινά αυτή την φήμη.Έχει πάει δέκα και κυκλοφορεί ασυνήθιστα πολύς κόσμος στους δρόμους.Άλλοι περπατάνε βιαστικά σκουπίζοντας ταυτόχρονα με τα μαντήλια τους χονδρούς θρόμβους ιδρώτα που αργοκυλάνε στα μέτωπά τους και άλλοι,κυρίως γυναίκες,παίρνουν τον χρόνο τους χαζεύοντας βιτρίνες στα διάφορα μαγαζιά.Μερικοί από αυτούς μάλιστα έχουν ένα διάπλατο χαμόγελο στα χείλη καθώς χαιρετιούνται μεταξύ τους.

Η είσοδος.της πόλης αυτή την ώρα είναι γεμάτη από νεοφερμένους καβαλάρηδες οι οποίοι καλπάζουν με αργό τροχασμό.Φτάνουν σιγά σιγά στο κέντρο της Βιρτζίνια Σίτυ σχηματίζοντας παρέες μα κάποιος που έχει εξασκημένο μάτι ξεχωρίζει αμέσως πως η συγκεκριμένη παρέα που ξεμακραίνει καλπάζοντας σιγά σιγά απο τις άλλες είναι λίγο αλλόκοτη και υπερβολικά ασυνήθιστη.

Αποτελείται από τέσσερα παιδιά,τα δύο πρώτα είναι ένα αγόρι κι ένα κορίτσι,γύρω στα δεκαοχτώ.Το τρίτο παιδί είναι ένα μάλλον κουρασμένο Μεξικανόπουλο με κάπως αστεία φυσιογνωμία.Είναι καθισμένο πάνω σ’εναν γάιδαρο αντάξιο του αφεντικού του.Το συμπαθές κατά τ’άλλα τετράποδο έχει μεγάλα,κρεμασμένα αυτιά και μια γλώσσα που αγγίζει σχεδόν το έδαφος.Δεν θα τον έκανες κι αυτόν τον νεαρό πάνω από δεκαοχτώ χρονών.Φοράει ένα χιλιοταλαιπωρημένο,τρυπημένο,πλατύγυρο σομπρέρο μ’ένα εξίσου ταλαιπωρημένο Ινδιάνικο φτερό να προεξέχει πάνω του.Το τελευταίο παιδί είναι και το μικρότερο της παρέας,ένα Ινδιανάκι με κορακίσια μαλλιά που κανείς σώφρων άνθρωπος δεν θα’λεγε πως είναι πάνω από δώδεκα χρονών.Ιππεύει ένα μικρόσωμο άλογο,τα λεγόμενα πόνυ.Την πρωτοφανή αυτή συντροφιά συμπληρώνει ένα υπέροχο στην όψη σκυλί με ένα πανέξυπνο βλέμμα και μια εξίσου διψασμένη γλώσσα να αγγίζει σχεδόν την ξερή,σκονισμένη γη.

Όπως όλοι πολύ καλά καταλάβαμε αυτά τα παιδιά δεν είναι άλλα από την πασίγνωστη ανά την Αμερικανική επικράτεια,Θρυλική Τετράδα.Στην συγκεκριμένη πόλη όμως δεν φαίνεται να τους αναγνωρίζουν και πάρα πολύ.Αυτό δεν εμποδίζει τα περίεργα βλέμματα να συγκεντρώνονται πάνω τους και πολλοί κάου-μπόυς μάλιστα τους κοιτάνε με εξεταστικό και περιεργαστικό ύφος.Αρκετά μάτια στρέφονται με δυσαρέσκεια πάνω στον Τσιπιρίπο.Οι τέσσερις θρυλικοί φίλοι μας μόλις έχουν τελειώσει την τελευταία τους αποστολή στο γειτονικό Σίλβερ Σίτυ και σκέφτηκαν να κάνουν μια στάση στην Βιρτζίνια αφού έχουν μια ακόμη ελεύθερη μέρα στην διάθεσή τους.Η αφόρητη ζέστη όμως και η έλλειψη νερού στις προμήθειές τους τους έχει εξουθενώσει αρκετά και σκέφτονται να ξεδιψάσουν το συντομότερο δυνατό.Το σαλούν »Σίλβερ Ντόλλαρ »βρίσκεται ακριβώς δίπλα τους αυτή την στιγμή κι έχει κεντρίσει πολύ το ενδιαφέρον των παιδιών σαν μια λύση για το ξεραμένο λαρύγγι τους.Δεν προλαβαίνουν όμως να ξεπεζέψουν.

 »Κομπανιέρο(σύντροφε)Τζιμ »κάνει πρώτος ο αναψοκοκκινισμένος Πεπίτο, »δεν νιώθω και πολύ καλά,νομίζω πως βλέπω ιπτάμενες…αρκούδες! »

 »Μα τι λες Πέπε;Που τις είδες τ… »του αποκρίνεται με φανερή έκπληξη ο Τζιμ Άνταμς αλλά πριν προλάβει να τελειώσει την φράση του έχει εξελιχθεί ταυτόχρονα και σε κλάσματα δευτερολέπτου μια αρκετά τραγελαφική σκηνή.

Μια μεγαλόσωμη φιγούρα έχει φανερωθεί ξαφνικά από ψηλά,στο ύψος της εισόδου του σαλούν,και προσγειώνεται βαριά-πλατιά πάνω στον Πεπίτο Γκονζάλες,παρασέρνοντας τον ίδιο αλλά και τον Πελεγκρίνο στο έδαφος.Ένα δυνατό,παρατεταμένο γκάρισμα,που όμοιό του δεν ξανάγινε,ακούγεται κάνοντας τους πριν από λίγο μαζεμένους περίεργους να απομακρυνθούν φοβισμένοι.Ο Τζιμ αντιδράει ακαριαία,ξεπεζεύει από τον Κεραυνό με αστραπιαία ταχύτητα και απομακρύνει τον Πεπίτο τραβώντας τον απο το μπράτσο,πριν το σώμα του γιγαντόσωμου άντρα πλακώσει ολοκληρωτικά τον εμβρόντητο φίλο μας.Ένας πονεμένος και πυρ και μανία Πελέ πετάγεται σαν σούστα κι αρχίζει να καλπάζει αλαλλαγμένα με παράφωνα,εκκωφαντικά γκαρίσματα να συνοδεύουν αταίριαστα τους ήχους της πολύβουης πόλης.Οι κλωτσιές στον αέρα πάνε κι έρχονται αφήνοντας πολλά περιθώρια για καινούρια ατυχήματα από τις φοβερές και τρομερές κλωτσοπατινάδες του.

Εντω μεταξύ η Ντιάνα κι ο Τσιπιρίπο έχουν μείνει να κοιτάνε σαν χαμένοι τα όσα διαδραματίστηκαν τα τελευταία πέντε δευτερόλεπτα,προσπαθώντας να συνειδητοποιήσουν αυτό που αντικρύζουν μπροστά στα μάτια τους!Κοιτάνε μια τον πεσμένο,ογκώδη άντρα,ο οποίος σηκώνεται σιγά σιγά και λίγο αλαφιασμένα,και μια τις πόρτες του σαλούν που ανοιγοκλείνουν τρίζοντας μέσα έξω!

 »Είσαι καλά Πεπίτο; »ρωτάει με ανησυχία ο Τζιμ σκύβοντας πάνω από τον παιδικό του φίλο. »Κα…Καλά είμαι αμίγο(φίλε)Τζιμ αλλά…αυτός…ο αναθεματισμένος…παλιομπούρο(παλιογάιδαρος)…δεν θα γίνει ποτέ του άνθρωπος!Προσέξτε την αρκ… »ψελλίζει και χάνει αμέσως τις αισθήσεις του.Την ίδια ώρα ο ψηλός,θηριώδης άντρας έχει συνέλθει εντελώς από την επεισοδιακή πτώση του και πλησιάζει προς το μέρος των παιδιών με ολοφάνερη διάθεση να προσφέρει την βοήθεια του.Στο ελαφρά χτυπημένο του πρόσωπο σχηματίζεται ένα αμήχανο αλλά καλοσυνάτο χαμόγελο.

 »’Δεν είναι τίποτα παιδιά,ο φίλος σας λιποθύμησε από την πολλή ζέστη και του΄πεσα και λίγο βαρύς…στο στομάχι!Με λένε Χος Κάρτραητ,νομίζω πως θα ήταν καλύτερα αν του δίναμε λίγο νεράκι για να πιει,το ίδιο νομίζω πως χρειάζεστε όλοι σας! »

 »Νομίζω πως έχεις απόλυτο δίκιο Μίστερ Κάρτραητ »αποκρίνεται το θρυλικό Ελληνόπουλο προσπαθώντας να χαράξει ένα χαμόγελο στα διψασμένα χείλη του. »Τζιμ,πηγαίνω να μαζέψω τον Πελεγκρίνο πριν απομακρυνθεί εντελώς »κάνει η λυγερόκορμη αμαζόνα και μην περιμένοντας απάντηση από τον αρχηγό της ξεχύνεται ορμητικά πάνω στην Αστραπή προς το βάθος του δρόμου.Σύγκαιρα ο Χος Κάρτραητ διασχίζει τον κατασκονισμένο δρόμο και βγάζει πάνω από το δεμένο άλογό του ένα μεγάλο παγούρι με νερό.Σε λίγα λεπτά ο Πεπίτο έχει ανακτήσει τις αισθήσεις του και τα υπόλοιπα παιδιά νιώθουν πολύ καλύτερα αφού ήπιαν αυτά και τα ζώα τους νερό με την ψυχή τους.Τώρα πια όλοι βρίσκονται κάτω από την ανακουφιστική σκιά ενός εμπορικού καταστήματος.

 »Αμίγο »κάνει πρώτος ο Κάρτραητ απευθυνόμενος στον Πεπίτο, »συγνώμη γι’αυτό που έγινε,είχα βλέπεις ένα φιλικό καυγαδάκι μέσα στο σαλούν κι ο αντίπαλός μου είχε το πάνω χέρι,πίστεψέ με δεν μου συμβαίνει συχνά αυτό!Με λένε Χος,Χος Κάρτραητ! »Και λέγοντας τα τελευταία λόγια ο συμπαθής γίγαντας προτείνει χαμογελαστός το χέρι του στο αγαθό Μεξικανόπουλο έχοντας μια ελαφρά έκφραση συστολής στο πρόσωπό του.

 »Βίρχεν Σαντίσιμα!(Παναγιά Παρθένα) »αναφωνεί ο Γκονζάλες σταυροκοπώντας τον εαυτό του και γουρλώνοντας τα μάτια του με κίνδυνο να πεταχτούν έξω από τις κόγχες τους. »Πρώτη φορά ακούω εναν όμπρε γκράντε υ γόρδο(ψηλό και χονδρό άνθρωπο)να τον λένε Χορς!(Άλογο).Να σε λέγανε Όσο(Αρκούδα)μάλιστα αλλά ψοφήμι άλογο ούτε στα πιο γαϊδουρινά όνειρα του Πελεγκρίνο μου δεν θα το φανταζόμουνα!Σενιόρ Καβάγιο(Κύριε Άλογο)είσαι σίγουρος πως δεν είσαι ο σενιόρ Όσο;(Κύριος Αρκούδα)

Ένα ηχηρό,ξερό χαχανητό βγαίνει από το φαρδύ στέρνο του Χος ακούγοντας την επεξηγηματικά αδιαπραγμάτευτη λογική του κωμικού Μεξικανόπουλου.Το πρόσωπό του έχει γίνει κατακόκκινο από τα γέλια παρασύροντας και τα υπόλοιπα παιδιά να γελάσουν με την καρδιά τους. »Το Χος… »απαντάει ο Κάρτραητ,προσπαθώντας να σκουπίσει τα δακρυσμένα από τα γέλια μάτια του, »είναι το παρατσούκλι που μου έδωσε η οικογένεια μου,το πραγματικό μου όνομα είναι Έρικ αλλά για τους φίλους και την οικογένειά μου είμαι πάντα ο Χος »καταλήγει μισοβουρκωμένος.

 »Ντίος μίο!(Θεέ μου) »χάσκει με απορία ο Γκονζάλες, »κι εμείς που δεν είμαστε ούτε σου φαμίλια(οικογένεια σου),ούτε τους αμίγος(φίλοι σου)πως πρέπει να σε λέμε δηλαδή;Σενιόρ(Κύριο)Έρικ Καβάγιο(Άλογο)ή σενιόρ Καβαγιόσο;(Kύριο Αρκουδάλογο)συμπληρώνει το ανεπανάληπτο Μεξικανόπουλο ξύνοντας το μέτωπό του.

 Νέα απανωτά γέλια συνοδεύουν τα τελευταία λόγια του κωμικού παιδιού.Ο μόνος που δεν φαίνεται να διασκεδάζει είναι ο μικρός Κομάντσι ο οποίος στρέφει με την γνωστή του σοβαρότητα και λέει στον Πεπίτο: »Νομίζω πως το Λευκό Βουνό άκουσε αρκετές ανοησίες για σήμερα χλωμό πρόσωπο!Σίγουρα θα βάζει με το νου του να προχωρήσει με τις δουλειές του! »

 »Εσύ κοκκινομούρικο μικρόβιο καλύτερα να επισκεφτείς μούι πρόντο(πολύ σύντομα)έναν…οκουλίστα(οφθαλμίατρο)για να σου φορέσει λέντες!(γυαλιά) »αποκρίνεται εκνευρισμένος ο Πεπίτο. »Με βλέπεις που με βλέπεις χλωμό όλη την ώρα τώρα άρχισε να σοβαρεύει χειρότερα η κατάσταση!Που στην ευχή τα είδες τα λευκά βουνά και τα λαγκάδια ντάλα καλοκαίρι,μου λες; »

Πριν προλάβει να δώσει ο Τσιπιρίπο την συνηθισμένη αφοπλιστική του απάντηση ο Χος Κάρτραητ ξεσπάει σε νέα χαχανητά λέγοντας με περισσή χαρά: »Πανάθεμά με κι αν έχω συναντήσει πιο απίθανη παρέα από την δική σας παιδιά!Μα την πίστη μου πρέπει να’ρθείτε μαζί μου στο ράντσο που μένω.Το λιγότερο που μπορώ να κάνω για σας είναι να σας κάνω το τραπέζι,εξάλλου το χρωστάω στον φίλο σας για την…ουρανοκατέβατη πτώση μου!Ακολουθήστε με!

Ο Τζιμ Άνταμς είναι έτοιμος να πει κάτι αλλά το μετανιώνει ύστερα από τα τελευταία λόγια του Κάρτραητ.Τα παιδιά συνεννοούνται αμέσως μ’ένα βλέμμα και παίρνουν την απόφαση ν’ακολουθήσουν τον άγνωστο άντρα ο οποίος είναι ήδη καβάλα στο άλογό του.Ξάφνου,λίγα μέτρα πιο πέρα,οι δίφυλλες πόρτες του »Σίλβερ Ντόλλαρ »ανοίγουν και ξεπροβάλλει ένας άνθρωπος τεραστίων διαστάσεων.Ο Χος Κάρτραητ μπροστά του ειναι σίγουρα σχεδόν ο μισός.Έχει μαύρη,πυκνή γενειάδα,μισόκλειστα μάτια και φοράει ένα σκισμένο πουκάμισο κι ένα επίσης μισοσκισμένο παντελόνι.Στο χέρι του κρατάει ένα μπουκάλι ουίσκυ και σκουπίζει τα χείλη του με την ανάποδη του χεριού του.

 »Εεε,Κάρτραητ!Εμείς οι δύο θα τα ξαναπούμε! »φωνάζει με μισοαγριεμένη,μπάσα φωνή το γιγάντιο πλάσμα.Ο Χος δεν του δίνει σημασία,μόνο λέει στα τέσσερα θρυλικά παιδιά που έχουν μείνει σαν στήλες άλατος από το θέαμα: »Αυτός είναι ο Μπίγκ Τζάσπερ,μην ανησυχείτε,καμιά φορά πίνει λίγο παραπάνω και βρίσκει ευκαιρία για καβγά,δεν είναι όμως τόσο επικίνδυνος όσο φαίνεται,εμένα πάντως κατάφερε να με βγάλει νοκ άουτ σήμερα,ήταν φαίνεται το τυχερό του φίλου σας! »συμπληρώνει ο Χος μ’ένα πλατύ χαμόγελο ενώ οι τέσσερις ήρωές μας έχουν ήδη καβαλήσει τα ζώα τους.Σε λίγο η πεντάδα έχει αρχίσει να καλπάζει με γοργό τροχασμό βγαίνοντας από την έξοδο της πόλης.Έχει περάσει κιόλας μισή ώρα χωρίς να ειπωθούν πολλά εκτός από τις απαραίτητες συστάσεις. »Αλήθεια Τζιμ »ρωτάει κάποια στιγμή ο Χος τον Τζιμ Άνταμς, »πως βρεθήκατε εσείς οι τέσσερις μαζι;Συμπαθάτε με που ρωτάω αλλά παρέα σαν την δική σας ούτε έχω ματαδεί,ούτε έχω ματακούσει! »Ούτε το στόμα του δεν προλαβαίνει ν’ανοίξει ο Τζιμ και να΄σου πετάγεται ο…Θρυλικός!

 »Καλά για τους αλλους σενιόρ Καβάγιο(Άλογο)το καταλαβαίνω,αλλά πως είναι δυνατόν να καλπάζει δίπλα σου κοτζάμ Γκονζάλες ο Θρυλικός,το καμάρι της Τσιουάουα,και να κάνεις τέτοιες κουτές ερωτήσεις;Μήπως ξύπνησες με πονόματο σήμερα το πρωί και δεν σου πέρασε ακόμα;;Για κοίταξέ με λίγο καλύτερα! »Πράγματι ο Χος Κάρτραητ γυρνάει το κεφάλι του και κοιτάζει με μεγάλη,ζωγραφισμένη απορία τον Πεπίτο.Η έκφραση στο πρόσωπο του Χος είναι τόσο αστεία που με δυσκολία τα υπόλοιπα παιδιά συγκρατούν τα γέλια τους. »Μην του δίνεις μεγάλη σημασία,μίστερ Κάρτραητ »λέει εύθυμα ο Τζιμ Άνταμς »είναι πολύ πατριώτης με το χωριό του και κάθε τρεις και λίγο δεν χάνει ευκαιρία να το…διαφημίσει! »Ο Γκονζάλες πάει κάτι να πει αλλά πέφτει πάνω στο γεμάτο νόημα βλέμμα του Τζιμ και του κόβεται η όρεξη.

Έχουν περάσει ήδη σχεδόν δύο ώρες από τότε που οι πέντε καβαλάρηδες εγκατέλειψαν την Βιρτζίνια Σίτυ και η ζέστη όσο πάει και γίνεται πιο αφόρητη. »Μην ανησυχείτε παιδιά,σε λίγο φτάνουμε! »τους καθησυχάζει ο Χος Κάρτραητ βλέποντας τα κουρασμένα,ιδρωμένα πρόσωπά τους.Και πράγματι ύστερα από ένα οχτάλεπτο περίπου ανηφορίζουν κατά μήκος της μεγαλόπρεπης λίμνης Ταχόε με την γαλήνια ομορφιά της να προκαλεί δέος στους τέσσερις ήρωές μας.Η οροσειρά Σιέρρα Νεβάδα απλώνεται επιβλητική και σαγηνευτική από πάνω τους.

 »Φτάσαμε παιδιά! »φωνάζει ξαφνικά ο Χος στα παιδιά του νόμου και σύγκαιρα δείχνει με τον δείκτη του χεριού του ένα μεγάλο,ξύλινο οίκημα φωλιασμένο πενήντα μέτρα ψηλά σε μια γωνιά της υπέροχης οροσειράς. »Αυτό είναι το ράντσο Ποντερόσα,εδώ μένω μαζί με τον πατέρα μου και τους δύο αδελφούς μου! »Πριν καν προλάβουν να ξεπεζέψουν η πόρτα του ράντσου ανοίγει και ξεπροβάλλει από μέσα της ένας άντρας με αρχοντικό παράστημα,γκρίζα μαλλιά και πυκνά,μαύρα φρύδια να σμίγουν με περιέργεια στο πρόσωπό του.

 »Χος,τι συμβαίνει,ποια είναι τα παιδιά που είναι μαζί σου; »ρωτάει ο γκριζομάλλης άντρας με συγκρατημένη αλλά φανερή απορία στο πρόσωπό του.Ο Χος Κάρτραητ τραβάει απότομα τα χαλινάρια του αλόγου του αναγκάζοντάς το να σταματήσει ακριβώς μπροστά από τον απορημένο μεσήλικα.
Ξεπεζεύει απότομα χτυπώντας στον ώμο με χαρούμενη διάθεση τον μισοσαστισμένο άνθρωπο που στέκεται δίπλα του. »Πατέρα,να σου γνωρίσω τον Τζιμ Άνταμς και τους τρεις φίλους του! »Και με τα τελευταία λόγια ο Χος Κάρτραητ παρουσιάζει μ’ένα πλατύ χαμόγελο τους τέσσερις θρυλικούς υπερασπιστές του νόμου. »Παιδιά,να σας συστήσω τον πατέρα μου,τον Μπεν Κάρτραητ! »συνεχίζει και πριν προλάβει ο Χος ν’αρθρώσει άλλη κουβέντα τον διακόπτει απότομα ο πατέρας του.

 »Χος,άσε τις πολυλογίες,δεν βλέπεις που τα παιδιά είναι εξουθενωμένα,ας πάμε γρήγορα να καθήσουμε στην βεράντα,θα τους κάνει καλό η σκιά της! »Το πρόσωπο του Χος σοβαρεύει απότομα στα τελευταία λόγια του αρχοντικού ράντσερ. »Έ…Έχεις δίκιο πατέρα,κατεβείτε παιδιά,θα σας κάνει καλό να καθήσετε σε μια δροσερή σκιά! »Ο Τζιμ Άνταμς ξεπεζεύει πρώτος κάνοντας νόημα στ’άλλα παιδιά να κάνουν το ίδιο.Ο Μπεν Κάρτραητ κάνει αμέσως νόημα σε τρεις βακέρος που πλησιάζουν για να περιποιηθούν τα ζώα των τεσσάρων φίλων μας.Σε λίγη ώρα βρίσκονται όλοι καθισμένοι στην βεράντα του ράντσου πίνοντας παγωμένες λεμονάδες ύστερα από επιθυμία του Τζιμ Άνταμς.

 »Πατέρα »ανακοινώνει μ’ενθουσιασμό ο Χος, »τα παιδιά θα φάνε μαζί μας »και γρήγορα εξιστορεί στον άφωνο ευγενή τα όσα συνέβησαν στην Βιρτζίνια Σίτυ. »Ο Μπιγκ Τζάσπερ πάλι,ε; »λέει ο Μπεν Κάρτραητ απευθυνόμενος στον γιο του με σοβαρό,αυστηρό τόνο στην χροιά της φωνής του. »Να μου το θυμηθείς,αυτός μια μέρα θα σε βάλει σε άσχημους μπελάδες!Αυτά τα ανόητα παιχνίδια επίδειξης ανδρισμού μόνο άσχημη κατάληξη μπορεί να έχουν και ορίστε »καταλήγει ο αρχοντικός άνδρας »ο φίλος μας από δω »λέει δείχνοντας έναν ξανανιωμένο Πεπίτο »υπήρξε θύμα αυτής της ανόητης συμπεριφοράς,νιώθεις καλύτερα μουτσάτσο; »ρωτάει ο ράντσερ χαμογελώντας ζεστά στο κουτό Μεξικανόπουλο.

 »Μούι μπιεν,γκράσιας σενιόρ!(Πολύ καλά,ευχαριστώ κύριε!) »ο σενιόρ Καβάγιο(Άλογο) δεν υπολόγισε πως θα γίνω μουέρτο θιέντο άνιος(θα πεθάνω εκατό χρονών)οπότε και δέκα σαν αυτόν να πέφτανε πάνω μου και ο σενιόρ Γορίλα(Γορίλας)επίσης που μου τον πέταξε στο μι καμπέθα(κεφάλι μου)το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο και το αυτό!Ρώτησε και την μάγισσα Ζορίνα αν δεν με πιστεύεις,μα…τι έπαθες σενιόρ; »Οι τελευταίες λέξεις βγαίνουν από τα χείλη του Γκονζάλες επειδή μπροστά του αντικρύζει έναν Μπεν Κάρτραητ με μάτια μισογουρλωμένα,μοιάζει σαν να ψάχνει απεγνωσμένα ν’απαγκιστρωθεί από την πρώτη λέξη που θα του’ρθει στο μυαλό.Ο Χος παλεύει παλληκαρίσια για να πνίξει τα γέλια του ενώ τα άλλα τρία παιδιά κοιτιούνται ξεφυσώντας με απελπισία.

 »Νομίζω πως είναι ώρα να πάμε μέσα παιδιά,θα σας κάνει καλό λίγο φαγητό »λέει απότομα ο Μπεν και σηκώνεται πρώτος προχωρώντας προς την πόρτα του ράντσου.Αμέσως το θρυλικό Ελληνόπουλο ακολουθεί τον γκριζομάλλη ράντσερ και γρήγορα οι υπόλοιποι κάνουν το ίδιο.Μπαίνοντας μέσα στο κυρίως δωμάτιο τα παιδιά του νόμου δεν μπορούν παρά να θαυμάσουν την πολυτελή διακόσμηση στο εσωτερικό του σπιτιού,έναν αρμονικό συνδυασμό ξύλου και πέτρας με διάφορα κειμήλια να στολίζουν πολλές γωνιές του οικήματος.Ο Μπεν Κάρτραητ τους προτρέπει να καθήσουν σε μια μεγάλη τραπεζαρία η οποία βρίσκεται στην δεξιά πλευρά τους.Πριν καν προλάβουν να καθήσουν ένας μαυροντυμένος,νεαρός άντρας κατεβαίνει τα σκαλοπάτια που οδηγούν στις επάνω κρεβατοκάμαρες.Στα χέρια του κρατάει ένα βιβλίο που γράφει »Οθέλλος »πάνω στο σκληρό του,μαύρο εξώφυλλο.

 »Άνταμ! »κάνει ο παρορμητικός Χος με χαρά που δεν προσπαθεί να κρύψει. »Έλα να σου γνωρίσω κάτι φίλους!Από δω ο Τζιμ,η Ντιάνα,ο Πεπίτο κι ο Τσιλι…Τσιρι…Τσιπιρίπο,χεχε,το πέτυχα! »Ο Άνταμ τους κοιτάζει με ανέκφραστη όψη και τους χαιρετάει όλους μ’ένα νεύμα του κεφαλιού του,ταυτόχρονα ένα ανεπαίσθητο μειδίαμα σχηματίζεται στα χείλη του. »Χαίρω πολύ »τους λέει και κάθεται στο τραπέζι. »Παιδιά σας παρουσιάζω τον μεγάλο μου αδελφό,τον Άνταμ!Ας φάμε επιτέλους,η μυρωδιά στην κουζίνα κοντεύει να μου σπάσει τη μύτη »λέει ο ορεξάτος ράντσερ αφήνοντας ελεύθερη την γλώσσα του να περιδιαβεί στις άκρες των χειλιών του. »Μα που είναι επιτέλους αυτός ο Χοπ Σινγκ; »κάνει με ανυπομονησία ο φαρδύτερος από τους Κάρτραητς.Δεν προλαβαίνει να πει όμως περισσότερα ούτε παίρνει μια απάντηση στο έρωτημά του…

Η πόρτα του ράντσου ανοίγει απότομα και μπαίνει μέσα σαν σίφουνας ένας λιγνός νεαρός ο οποίος δεν φαίνεται να ξεπερνά τα δεκαεννιά.Φοράει ένα μαύρο στέτσον και στη μέση του κρέμεται ένα κολτ,από την αριστερή πλευρά του όμως.

 »Εντάξει πατέρα,το μάστανγκ που έψαχνες βρέθηκε επιτέλους!Το μόνο που πρέπ…Α!Βλέπω έχεις καλεσμένους »λέει ο νεαρός κόβοντας απότομα την φουριόζικη είσοδό του και λέγοντας τις τελευταίες κουβέντες πλησιάζει με αργό βηματισμό προς την μεγάλη τραπεζαρία.

 »Που να με πάρει,πάνω στην ώρα ήρθες Λιτλ Τζο!(Μικρέ Τζο)λέει με ορθάνοιχτα από τη χαρά μάτια ο εύσωμος Χος, »μα που είναι τέλος πάντων αυτός ο Χοπ Σινγκ;Μικρέ αδελφέ,έλα να σου γνωρίσω κάτι φίλους που γνώρισα σήμερα το πρωί στην πόλη… »

 »Ας αφήσουμε τις συστάσεις για μετά το φαγητό »προτείνει σε χαμηλό τόνο ο γκριζομάλλης ράντσερ διακόπτωντας ταυτόχρονα την ακατάσχετη φλυαρία του καλοκάγαθου γιου του. »Τζόσεφ,έλα κάθησε μαζί μας και θα συζητήσουμε αργότερα για τα νέα που μου έφερες.Μα που στην ευχή είναι αυτός ο Χοπ Σινγκ; »ρωτάει μισοεκνευρισμένος ο Μπεν.

Μα ο νεότερος γιος του Μπεν Κάρτραητ αυτή την στιγμή δεν φαίνεται να τον απασχολεί καθόλου το στομάχι του,ούτε το αν θα τοποθετήσει τροφή μέσα σ’αυτό κατά την διάρκεια της ημέρας.Τα μάτια του είναι στραμμένα πάνω στην Ντιάνα Μόρρισον και μόνο.Κατευθύνεται αργά αργά προς το μέρος της και στέκεται ακριβώς από πάνω της.Σκύβει και πιάνοντας με το αριστερό του χέρι το δεξί χέρι της αμαζόνας της προσφέρει ένα απαλό χειροφίλημα. »Γοητευμένος »σιγομουρμουρίζει ο Τζο Κάρτραητ σχηματίζοντας ταυτόχρονα ένα μικρό,αδιόρατο χαμόγελο πάνω στα όμορφα χαρακτηριστικά του προσώπου του.Το βλέμμα του δεν έχει φύγει στιγμή από τα πανέμορφα μάτια του ηρωικού κοριτσιού.Η Ντιάνα χαμηλώνει το βλέμμα της από ντροπή ενώ στα μάγουλά της απλώνεται μια ελαφριά,ροζ απόχρωση.Δίπλα της ο Τζιμ Άνταμς βιώνει πρωτόγνωρα,ανάμικτα συναισθήματα να τον κατακλύζουν σε ανύποπτο χρόνο.Το κυριότερο από αυτά αρχίζει σιγά σιγά και βασανιστικά να σκαρφαλώνει στα σωθικά του και να γαντζώνεται με θηριώδη μανία πάνω στα τρίσβαθα της ψυχής του.Στη συνέχεια εστιάζει με τα σιχαμερά του νύχια στο κέντρο της καρδιάς του Ελληνόπουλου και μ’ένα απότομο άλμα εκτινάσσεται και γραπώνεται μέσα στον εγκέφαλό του μένοντας εκεί,προσπαθώντας ν’αλλοιώσει κάθε ίχνος και μορφή συνειδητοποίησης των συμβάντων του περιβάλλοντος.

Δεν είναι άλλο από το συναίσθημα της ζήλειας,το θρασύτατο,αποτρόπαιο αυτό πράσινο τερατάκι που τυφλώνει πολλές φορές την σωστή κρίση ανθρώπων και καταστάσεων.Το θρυλικό παιδί δεν φανταζόταν ποτέ μέχρι εκείνη την ώρα πως θα ένιωθε στο πετσί του τόσο έντονα,αλοπρόσαλα συναισθήματα.Και να που ξημέρωσε η μέρα για να γευτεί αυτού του είδους την εμπειρία.Ποτέ ξανά δεν ένιωσε την ολύμπια αυτοκυριαρχία του να ξεγλιστράει μέσα από τα δάχτυλά του όπως ετούτη εδώ τη στιγμή!Η πείνα για τον Τζιμ Άνταμς τώρα είναι κάτι το χλευαστικά αμελητέο.Άνετα θα μπορούσε κάποιος αυτή τη στιγμή να παρατηρήσει μικρές φλεβίτσες να τεντώνονται επικίνδυνα πάνω στα μηνίγγια του αρχηγού της Θρυλικής Τετράδας.Μέσα στην αίθουσα επικρατεί μια αμήχανη βουβαμάρα καθώς ο Μικρός Τζο απομακρύνεται από την Ντιάνα για να πάει να κάτσει στη θέση του.

Η ατμόσφαιρα είναι αρκετά τσιτωμένη και μόνο ενα καλοδουλεμένο,καλοακονισμένο μαχαίρι θα μπορούσε να την κόψει.Και εγένετο η αρχή! »Μα που χάθηκε επιτέλους αυτός ο Χοπ Σινγκ,μπορεί να μου πει κάποιος; »ρωτάει φανερά εκνευρισμένος ο πατριάρχης της οικογένειας Κάρτραητ. »Χος,πήγαινε σε παρακαλώ στην κουζίνα να δεις τι γίνεται,αρχίζω να αμφιβάλλω αν θα γευματίσουμε σήμερα! »Ο ευρωστότερος των Κάρτραητς σηκώνεται απότομα με σμιγμένα φρύδια δρασκελίζοντας προς την πόρτα της κουζίνας μην αντέχοντας και ο ίδιος τις τυμπανοκρουσίες του στομαχιού του.Ο Πεπίτο πάει να κάνει το ίδιο αλλά η Ντιάνα τον τραβάει αμέσως από το μανίκι του και το αδιόρθωτο Μεξικανόπουλο υπακούει στο λεπτό.

Μα ο εύσαρκος άντρας με την καρδιά μικρού παιδιού δεν προλαβαίνει να κάνει ούτε ένα βήμα παραπάνω.Η πόρτα της κουζίνας ανοίγει απότομα και βγαίνει τρεμάμενος ένας μικρόσωμος Ασιάτης με τα χέρια του σηκωμένα ψηλά.Στο πρόσωπό του είναι ζωγραφισμένος ο φόβος!

 »Χοπ Σινγκ! »κάνει άναυδος ο Χος, »γιατί έχεις τα χέρ… »

Όμως ο μεσαίος γιος των Κάρτραητς δεν προφταίνει να τελειώσει τη φράση του. »Ακίνητοι όλοι σας γιατί ο κιτρινομούρης θα πεθάνει! »ακούγεται δυνατά μια σκληρή φωνή πίσω από την πλάτη του Κινέζου μάγειρα. »Πετάξτε όλοι τα όπλα σας προς το μέρος μου τώρα! »Και λέγοντας αυτά τα λόγια ξεπροβάλλει ο κάτοχος αυτής της φωνής έχοντας καρφωμένη την κάννη ενός κολτ πάνω στον κρόταφο του Χοπ Σινγκ.Είναι ένας ψηλόλιγνος,ξερακιανός άντρας,καμιά σαραπενταριά χρονών,νευρώδες σώμα,με έντονα,σκληρά χαρακτηριστικά.

 »Κύλιε Κάλτλαητ »ψελλίζει πανικόβλητος ο μάγειρας, »σας παλακαλώ υπακούστε!Χοπ Σινγκ τέλει συνεχίσει μαγειλεύει για Κάλτλαητς! ». »Βγάλε το σκασμό σχιστομάτη αν λογαριάζεις να ζήσεις! »λέει άγρια ο άγνωστος που τον απειλεί.Ο καημένος ο Χοπ Σινγκ αρχίζει να τρέμει ολοένα και περισσότερο σαν ψάρι που μόλις βγήκε απ΄το νερό. »Δεν ακούσατε τι σας είπα;Όλοι πετάξτε τώρα τα όπλα σας προς το μέρος μου και χωρίς κολπάκια γιατί του την άναψα του Κινέζου! »

Οι Κάρτραητς έχουν παγώσει σχεδόν στην κυριολεξία κι ετοιμάζονται να παραδώσουν τις ζώνες με τα πιστόλια τους και να τις πετάξουν προς το μέρος του ανθρώπου που απειλεί την ζωή του αγαπημένου τους μάγειρα.

 »Σταν Άθερτον,μην νομίζεις πως θα ξεφύγεις εύκολα από εδώ μέσα! »ακούγεται ξαφνικά μια φωνή και όλων τα βλέμματα καρφώνουν ακαριαία τον κάτοχό της.Δεν είναι άλλος από τον Τζιμ Άνταμς. »Δεν μου κάνει καθόλου έκπληξη που σε βλέπω εδώ Άνταμς! »αποκρίνεται παγερά ο Άθερτον και σύγκαιρα πιέζει την κάννη του πιστολιού του με περισσότερη δύναμη πάνω στον κρόταφο του Χοπ Σινγκ. »Μετράω ως το τρία »φωνάζει ο κακούργος, »όσων τα όπλα δεν πέσουν στα πόδια μου ο κιτρινιάρης θα πέσει κάτω σαν άδειο σακκί με πατάτες! »

 »Ένα! »

Πριν καν ο Σταν Άθερτον αρθρώσει τον αριθμό δύο,τα όπλα των Κάρτραητς,της Ντιάνας και του Πεπίτο βρίσκονται στα πόδια του. »Κι εσύ Άνταμς! »λέει ο κακοποιός, »γρήγορ…κατάρα! »Την τελευταία λέξη την προφέρει με πόνο και σαστισμάρα ο Άθερτον καθώς βλέπει στο δεξί του πόδι καρφωμένο ένα Ινδιάνικο βέλος.Όση ώρα μιλούσε ο κακούργος ο μικρός Κομάντσι είχε τρυπώσει αθόρυβα κάτω από το τραπέζι χωρίς να γίνει αντιληπτός και είχε περάσει στο τόξο του ένα βέλος από την φαρέτρα του που δεν αποχωρίζεται ποτέ.Με ανείπωτη λύσσα ο Άθερτον πιέζει την σκανδάλη του περιστρόφου του αλλά δεν προλαβαίνει να εκπληρώσει τον εγκληματικό σκοπό του.Ακούγεται ένας πυροβολισμός και ταυτόχρονα μια στριγγιά φωνή πόνου βγαίνει από το λαρύγγι του ξερακιανού άντρα.Κοιτάζει με ακμάζουσα τρέλα τα ματωμένα του δάχτυλα καθώς το πιστόλι του πέφτει στο πάτωμα!Καρφώνει το παρανοϊκό του,βλοσυρό βλέμμα με έντονο,αβυσσαλέο μίσος πάνω στον Τζιμ Άνταμς ενώ στο χέρι του Ελληνόπουλου βρίσκεται το τιμημένο εξάσφαιρο του πατέρα του με την κάννη να καπνίζει ακόμη.

 »Απίστευτο!Θα ορκιζόμουν πως το χέρι του δεν άγγιξε ποτέ το όπλο του »κάνει τη σκέψη ο Μικρός Τζο. »Κι εγώ που νόμιζα πως είμαι από τα γρηγορότερα πιστόλια της περιοχής! »

 »Συλλαμβάνεσαι εν ονόματι του νόμου,Άθερτον! »λέει με σκληρή φωνή ο Τζιμ. »Ήσουν τυχερός στο Σίλβερ Σίτυ γιατί ο σερίφης της πόλης πενθούσε την γυναίκα του και μόλις φύγαμε εμείς από εκεί εσύ ξέφυγες εύκολα από το κελί!Σωστά τα λέω; »

 »Σωστά καταραμένο παιδί!Θα μπορούσα να΄μαι πολύ μακριά τώρα με τα λεφτά των Κάρτραητς αλλά κατά βάθος ήξερα πως δεν θα τα καταφέρω μόνος μου!Παρακολουθώ το ράντσο μέρες τώρα και μου ήταν εύκολο να μάθω τα κατατόπια! »λέει με φωνή που τρέμει ο κακούργος σκύβοντας το κεφάλι του με πόνο κι απελπισία.

Οι Κάρτραητς προσπαθούν ακόμα να συνέλθουν από την έκπληξη των όσων έχουν συμβεί και των όσων έχουν ακούσει.

 »Για κάτσε Τζιμ »πετάγεται με μισοκακακόμοιρο ύφος ο Χος, »θέλεις να πεις πως…πως είσαι σερίφης; »ρωτάει ξεροκαταπίνοντας.

Χωρίς ν’αρθρώσει λέξη ο Άνταμς αναποδογυρίζει τον γιακά του πουκαμίσου του αποκαλύπτοντας το ένδοξο αστέρι των σερίφηδων του Τέξας.Τα γαλάζια σαν χάντρες μάτια του Χος γουρλώνουν με μιας και λέει: »Σερίφης του Τέξας ε;Τα βλέπεις μικρέ αδελφέ; »λέει κοιτάζοντας τον Μικρό Τζο με απογοητευτικό ύφος. »Δυο-τρεις φορές φορέσαμε ένα τενεκεδένιο αστέρι στο γιλέκο μας και νομίζουμε πως κάτι κάναμε,ορίστε ένας σερίφης στην ηλικία σου με…προαγωγή! »συμπληρώνει ο τροφαντότερος των Κάρτραητς χτυπώντας τον αδελφό του στην πλάτη ξεσπώντας ταυτόχρονα σε νέα χαχανητά!

 »Μην βιάζεστε μουτσάτσος και θα’ρθει μας ράπιδο(πολύ γρήγορα)και η δικιά μου προαγωγή σε σερίφης του Ώστιν! »λέει με στόμφο ο Γκονζάλες. »Αλλά πρωτίστως πρέπει να γεμίσει το στομάχι μαυ γιατί σε λίγο θα πέσω λιπόθυμος κι έστα βεθ(αυτή τη φορά)δεν θα φταις εσύ σενιόρ Καβάγιο! »Ο Χος γελάει με την καρδιά του και δίνει εντολή στον περιχαρή πια Χοπ Σινγκ για να ετοιμάσει ένα λουκούλειο γεύμα για όλους.Ύστερα από τρεισήμισι ώρες παραμονής στο ράντσο(κυρίως κατόπιν επιμονής του Μπεν και του Χος)τα παιδιά του νόμου έχουν φάει του σκασμού και παίρνουν τον μακρινό δρόμο της επιστροφής.Ο Μπεν Κάρτραητ τους έχει δώσει ένα άλογο για να παραδώσουν τον Σταν Άθερτον στην δικαιοσύνη.Οι τέσσερις Κάρτραητς θα μείνουν αξέχαστοι στους μικρούς μας ήρωες για ποικίλους και διάφορους λόγους.

                       
                           Απόδοση στα Ελληνικά
                                 Βαγγέλης Αράπης

                                      DELETED SCENE
Μικρός Τζο: »Πρέπει να΄σαι ο Μικρός Σερίφης που όλοι μιλούν γι’αυτόν στο Τέξας,σωστά; »

Τζιμ Άνταμς: »Δεν είμαι και τόσο μικρός…Μικρέ Τζο! »αποκρίνεται το θρυλικό παιδί με μια απότομη λάμψη στο βλέμμα και λέγοντας αυτά τα λόγια ρίχνει μια γροθιά με το δεξί του χέρι στο σαγόνι του Τζο Κάρτραητ….

Κολτ,κόμικς και…Ψωμοτύρι!

décembre 24, 2012

Τα χέρια του Ράσελ σμίχτηκαν σε μια ενωμένη γροθιά έτοιμη να σπάσει την μισοαμπαρωμένη πόρτα δίπλα του.Το συνοφρυωμένο του πρόσωπο δεν του μαρτυρούσε περισσότερα λεπτά καταπιεσμένου χρόνου μέσα στην ξύλινη,μισοερειπωμένη παράγκα του πατέρα του.Το κρακ που ακούστηκε πρόλαβε να υπάρξει πρώτα μέσα στην καθαρή του ματιά και μετά να συμβεί προκαλώντας με ακλόνητη σιγουριά τον λιγότερο πόνο που είχε αισθανθεί σ’ολάκερη την εντεκάχρονη ζωή του.
Η μυρωδιά του σάπιου ξύλου δίνει τη θέση της στο φρέσκο,δροσερό αεράκι καθώς τα πόδια του μικρού Ράσελ φτερουγίζουν προς την ελευθερία.Δεν τον νιάζουν πια τα ξεχαρβαλωμένα του παπούτσια ούτε το τσουχτερό κρύο που πηρουνιάζει τα νεανικά του κόκκαλα,το μόνο που λαχταράει να κάνει τώρα είναι να τρέξει στις όχθες του Μισισσιπή και να μην ξανακούσει ποτέ ξανά τις φωνές του γερο-Τζέρρυ Μάθιουσον,του ανθρώπου που τόσο δυσαναπλήρωτα γέμισε το κενό που του άφησαν οι γονιοί του.

Καθώς πιλαλάει με αχαλίνωτη ευδαιμονία πάνω στο ψηλό γρασίδι αγναντεύει την αγαπημένη του γωνιά με το παιδικό χεράκι του κατά μήκος του μετώπου του.Αμέσως τρέχει προς τα κει με το φυλλοκάρδι του να σιγοκαίει από χαρά!Έχει φτάσει στο δικό του,ολόδικό του βασίλειο και σκουπίζει τα βουρκωμένα ματάκια του,θες από χαρά,θες από το πρωινό αγιάζι,θες και τα δυό,το χαμογελάκι που λαμποκοπάει πάνω στο μουτράκι του τα λέει όλα!Αρχίζει να χοροπηδάει πάνω κάτω και κάθε φορά που τα ποδαράκια του δεν ακουμπούσαν το έδαφος ένιωθε πως τα χρυσολαμπυριστά του μαλλιά άγγιζαν τα σύννεφα!

Τα δαχτυλάκια του χουφτώνουν με λαχτάρα την τσέπη του παλτού του και χωρίς να μπορεί να βαστάξει άλλο τρυπώνει μέσα το χεράκι του και βγάζει από μέσα μια μπαγιάτικη μπάλλα από ψωμοτύρι.Μεμιάς το μέχρι πρότινος χαμογελαστό του βλέμμα βασιλεύει.Συλλογιέται τα ξέγνοιαστα απογέματα που ψάρευε μαζί με τον παππού του τον Μπαρτ. »Ψωμοτύρι Ράσελ!Το καλύτερο δόλωμα! »Πάντα αυτό του έλεγε και του ανακάτευε τα σγουρά,κατάξανθα μαλλιά του.Σφίγγει με όλη του τη δύναμη το ψωμοτύρι μέσα στη γροθιά του και το βάζει πάλι στην μικρή τσέπη του παλτού του χαϊδεύοντας το.Χωρίς να νιώθει την παραμικρή ενοχή που αρνείται το κάλεσμα από το κελάρυσμα του ποταμού βάζει τα χιλιογδαρμένα παπουτσάκια του να τον οδηγήσουν σ’ένα κοντινό,βράχινο μονοπατάκι.Σε λιγότερο από ένα λεπτό φτάνει μπροστά σ’ένα πεσμένο,ξερό,κούφιο κορμό δέντρου.Τρυπώνει ανυπόμονα το χεράκι του βαθιά μέσα στην γέρικη κουφάλα και βγάζει από μέσα της ένα μακρόστενο,ξύλινο κουτί,σπαργανωμένο μ’ένα κομμάτι παλιού τσουβαλιού.

Με μάτια που αστράφτουν και καρδιά έτοιμη να γίνει μύρια κομμάτια ξετυλίγει βιαστικά το παράξενο δέμα.Χραπ,το άνοιξε!Αμέσως ξεφυσάει με ανακούφιση βλέποντας το περιεχόμενό του κουτιού.Ένα παλιό,περίστροφο κόλτ βρίσκεται τοποθετημένο ανάμεσα σε δυο τεύχη του περιοδικού Famous Funnies.Ήταν δυο αντίτυπα του πρώτου,ολοκληρωμένου περιοδικού κόμικς της Αμερικής και μάλιστα ήταν το πρώτο τευχος! »Φύλαξέ τα όσο πιο καλά μπορείς Ράσελ! »του έλεγε χαμογελώντας ο παππούς του.Ο μικρούλης με τα μαλλιά αγγέλου βγάζει γρήγορα τα δύο περιοδικά και αφήνει μέσα το κόλτ.Μετά τοποθετεί το κουτί πάλι στον κορμό όπως το βρήκε.Το τσουχτερό κρύο δεν τον αγγίζει πια καθόλου.Βρίσκει μια απάνεμη πλαγιά και βουτάει τα μελλιά του ματάκια μέσα στα πολύχρωμα καρεδάκια.Ακούγοντας το κρώξιμο πουλιών ψηλά στον ουρανό νιωθει μια γαλήνη να τον συνεπαίρνει.Το ’35 που θα μπει σε λίγες θα είναι λιγότερο δυσβάσταχτο για την ψυχούλα του…

Ερωτας και Ευαγγελος

février 24, 2011

Ανεκαθεν θεωρουσα κρυφα τον εαυτο μου ερωτιαρη χωρις ιχνος μετριοφροσυνης να με διακατεχει.Το κορμι,η οντοτητα και η ψυχοσυνθεση της γυναικας για μενα ειναι μια ατελειωτη,τρισευλογημενη περπατησια,ενα οδοιπορικο με σιγουρη αρχη αλλα με απροσδιοριστο,ανεπιθυμητο τελος,μια ανατολη του ηλιου χωρις την δυση του,ενα τρικυμιωδες ρολλερκοστερ με φουλ τα γκαζια.Ναι διαολε,οταν αντικρυζα στην ηλιολουστη,λουλουδιασμενη αυλη του σπιτιου μου την ανειπωτη καλλονη της Κλαιρης με τους καστανολαμπυριστους,μακριους,ερωτευσιμους βοστρυχους και τα σχιστα,καστανοπρασινα ματια,καθε βλεμμα της πανω μου και καθε χαμογελο της καλημεριζαν καθε δευτερολεπτο της υπαρξης μου,στελνοντας κυματα ριγους και γλυκιας ζεστασιας στο παιδικο κορμακι μου,ω,Θε μου,τι χρονια κι εκεινα!Καθε φορα που ματωνε το γονατο στο ποδοσφαιρο και καθε φορα που ετρωγα ξυλο γιατι βουτηξα εναν σκελετο ποδηλατου απο τα παλιοσιδερα της γειτονιας ο πονος λιγοστευε και γινοταν πιο γλυκος στη σκεψη της και μονο.Μην το πειτε πουθενα αλλα ακομη κι οταν φυλακιζα πασχαλιτσες σε σπιρτοκουτα ηταν ουσιαστικα μια αυθορμητη αποπειρα για να μετρησω υποσυνειδητα τους χτυπους της καρδιας μου γι’αυτην,σε καθε πασχαλια αντιστοιχουσε κι απο ενα καρδιοχτυπι και καθε μουντζουρισμα στο ολογυμνο τετραδιο ηταν σφραγιδα αιωνιας αφοσιωσης σ’Εκεινη!Η γειτονοπουλα που μ’εκανε να θεμελιωσω τις ριζες των φρεσκοαρχινισμενων ονειρων μιας ευθραυστης νιοτης εφυγε ξαφνικα ενα πρωινο για Κωνσταντινουπολη,μη αφηνοντας το παραμικρο ιχνος ξοπισω της,για παντα!Ο κοσμος μου δεν ηταν πια ο ιδιος απο τοτε,Τεταρτη,27 Απριλη του ’83.Για καποιο λογο οι γαρυφαλλιες στον κηπο μας δεν μυριζαν πια το ιδιο και οι σελιδες του Μικυ Μαους εχασαν την δρυινη ευωδια του φρεσκοκομμενου ξυλου που τοσο γενναιοδωρα σκορπουσανε,κατι ειχε αλλαξει,ο ηλιος ελαμπε λιγοτερο και το μονιμα θλιμμενο βλεμμα μου γεμισε κι αλλο με πικρη σκοτεινια.Αρχισα να εφευρισκω τροπους για να ξεχνιεμαι με τα αθλητικα παπουτσια μονιμως ετοιμοπολεμα και τα ρουλεμαν του προχειροφτιαγμενου πατινιου να αναστεναζουν βυθισμενα στην κοντινη,κακοτραχαλη,χωματινη πλαγια Πεμπτες και Παρασκευες.Χρονο με το χρονο,εμπειρια με την εμπειρια,εμαθα να χαλυβδωνω το πετσι μου απο τις κακοτοπιες της ζωης ολο και περισσοτερο,με βαση αυτα που ειχα αποκομισει απο εκεινον τον πρωτο,προεφηβικο Ερωτα.Κανενας ομως Απριλης δεν θα μου φερει ξανα πισω εκεινο το κοριτσι της Ανοιξης…

Διαμαντακι στο Καρλοβυ Βαρυ‏

décembre 17, 2009

Παντα ημουν το ονειροπολο, χαμηλων τονων, παρεξηγημενο παιδι θα ελεγα, το οποιο δεν καταλαβαιναν τα υπολοιπα παιδια της ηλικιας του. Ημουν ο πιτσιρικας που φροντιζε να ξεφευγει με τον εναν η τον αλλο τροπο απο πραγματα και καταστασεις που αποσυντονιζαν τις σκεψεις μου η τους τοτε  »μεγαλεπηβολους » στοχους μου. Αυτη η ταση φυγης μου κοστισε φιλιες και γενικοτερα τις κοινωνικες μου δραστηριοτητες αλλα δεν με πειραζε πολυ αυτο τοτε. Θυμαμαι την ωρα του βαρετου μαθηματος να βρισκω καταφυγιο στο περιθωριο των σελιδων των σχολικων βιβλιων σε μορφη σχολιων,σκιτσων κι ευφανταστων γραμματοσειρων. Αν τυχον γραφαμε ξαφνικα διαγωνισμα στην Τριγωνομετρια εγω απλα θα παρεδιδα ζωγραφισμενο με στυλο ενα τεραστιο Χριστουγεννιατικο τριγωνο μ’ενα εξισου μεγαλο Ινδιανικο βελος περασμενο ενδιαμεσα, αφηνοντας αφωνο στην αρχη τον δασκαλο μου αλλα χαμογελαστο στην συνεχεια. Οι συμμαθητες μου δεν μενανε παραπονεμενοι, ζωντανευα στο λευκο χαρτι τα χαρακτηριστικα επωνυμα τους αφου πρωτα ειχα περιποιηθει φυσικα το δικο μου επωνυμο για να φανω δικαιος στα ματια τους. Ο κυριος καμβας μου βεβαια ηταν οι γυμνες σελιδες των τετραδιων που γεμιζαν καθε τρεις και λιγο με καθε λογης σχηματα κι ορνιθοσκαλισματα μιας αλλης, πιο αγνης εποχης. Σ’αυτη την τρυφερη ηλικια πιστευα εντελως εγωιστικα πως γνωριζα ενα μυστικο που δεν ηξεραν τα υπολοιπα παιδια. Ειχα στην κατοχη μου το Χρυσο Κλειδι της Φαντασιας κι αυτο και μονο με γεμιζε με απεραντη ευτυχια. Καθε φορα που εκανα μια πολυχρωμη βουτια στα πολυαγαπημενα μου τετραγωνισμενα καρεδακια ανοιγε και μια καινουρια πορτα σε νεους υπεροχους, θαυμαστους κοσμους και το καλυτερο σ’ολα αυτα ηταν πως αυτο το μαγικο κλειδι εβρισκε παντου κλειδαροτρυπα οχι μονο στα κομικς αλλα και σε αλλα λατρευτα συμπαντα οπως αυτα της Μουσικης και του Κινηματογραφου. Θυμαμαι να ανυπομονω να ερθει το Σαββατοκυριακο για να βρεθουμε με τα πρωτοξαδερφια μου, ηταν το καθιερωμενο μας ραντεβου για το κουρσεμα των σκουπιδιων της γειτονιας.  »Βαγγελη, εσυ δεξια! » μου φωναζε ο Σπυρος ο ξαδερφος που παντα ηθελε να ειναι ο αρχηγος της παρεας,  »Τακη, εσυ αριστερα, εγω παω στο στενο! » ελεγε στον αδερφο του κι αρχιζαμε την επελαση στις σακκουλες με τα απορριματα με στοχο παντα τους χαρτινους θησαυρους αλλα καμια φορα βρισκαμε κι αλλα ενδιαφεροντα αντικειμενα. Δεν θυμαμαι ποτε να μεναμε απογοητευμενοι απο τα λαφυρα μας ασχετως αν καποια απο αυτα επιστρεφανε παλι σε καποιες σακκουλες σκουπιδιων απο τις μαναδες μας αφου ειχαμε φαει πρωτα το σχετικο, καθιερωμενο ξυλο το οποιο κατεληγε να ειναι παντα της χρονιας μας. Τα χρονια περνουσανε, οι ανησυχιες μεγαλωνανε, τα θελω και οι στοχοι αλλαξανε, ενα πραγμα εμεινε σταθερο κι απαραλλαχτο, η αναγκη μου για διαφυγη. Ετσι αρχισα τις περιηγησεις. Παντοτε μου αρεσε να χανομαι με καθε τροπο, η κανοντας φαρσες στην οικογενεια μου [αχ, αυτη η μανα μου τι εχει τραβηξει!] η με το να χανουν τα ιχνη μου οι φιλοι μου. Στα ταξιδια ειδικα νιωθω να με γλυκοτρωει το σαρακι της νεας, πρωτογνωρης περιπετειας, λατρευω ν’ανακαλυπτω μονος μου νεους τοπους κι ας μην ξερω την γλωσσα η την ντοπιολαλια της καθε περιοχης. Βρε λες να φταινε γι’αυτο οι παιδικοι μου ηρωες? Η απαντηση σ’αυτο το ερωτημα ειναι σιγουρα ενα εκκωφαντικο Ναι! Μια απο τις αεναες περιπλανησεις μου μ’εφερε στα χωματα της Δυτικης Τσεχιας και συγκεκριμενα στο Καρλοβυ Βαρυ. Αφου ειχα πρωτα περιδιαβει με λαχταρα τα οικεια, λιθοστρωτα στενοσοκκακα της Πραγας αποφασισα να επισκεφθω για πρωτη φορα την ξακουστη αυτη λουτροπολη με τις μοναδικες πηγες της και τις διμετρες καλλονες της. Η Μοιρα τα εφερε ετσι ωστε να ζησω μια αναπαντεχη, αξεχαστη εκπληξη η οποια τουλαχιστον για μενα ηταν κεραμιδα στο κεφαλι μου και ασυζητητι θα με ακολουθει για το υπολοιπο της ζωης μου. Ηταν η εβδομη μερα παραμονης μου στην πολη, ειχα αλωνισει ολη την περιοχη κανοντας την φυλλο και φτερο, πινοντας μεχρι σκασμου την φημισμενη μαυρη, τσεχικη μπυρα. Τα οικονομικα μου δεν μου επιτρεπανε να παραμεινω περισσοτερο στο Καρλοβυ και αποφασισα να φυγω μεθαυριο. Καθως εκανα τις τσαρκες μου στην Οδο Σαντοβα χαζευοντας την υπεροχη αρχιτεκτονικη των κτιριων, νιωθω κατι να με αγγιζει απαλα στον δεξι μου ωμο. Γυριζω αποτομα ξαφνιασμενος και βλεπω στην γωνια του κτιριου που προσπερνουσα,σφηνωμενο ενα μισοδιπλωμενο εντυπο, με σχεδον κατεστραμμενο το σκληρο του εξωφυλλο. Το ματι μου επεσε αμεσως πανω του γεμιζοντας σιγα-σιγα την ματια μου και το μυαλο μου με πολυ γνωριμες εικονες. Το βγαζω αποτομα απο την προεξοχη στην οποια ηταν σφηνωμενο και αμεσως νιωθω να ηλεκτριζομαι απο την κορφη ως τα νυχια.  »Δεν ειναι δυνατον! » λεω μιλωντας στον εαυτο μου νιωθοντας εντονη την επιθυμια να τριψω τα ματια μου.  »Καποιος μου κανει πλακα! » Εχω στα χερια μου ενα τευχος απο τα Μεγαλα Κλασσικα Αλμπουμ του Δραγουνη! Ειναι το Δοκτωρ Σκρουτζ σε χαλια κατασταση, κυριως στο εξωφυλλο. Απανωτα Πως και Γιατι κατακεραυνωσανε ακαριαια το μυαλο μου, το ανοιξα ανυπομονα και ειδα περιχαρα πως διαβαζεται ικανοποιητικα παρα την κακομεταχειρισμενη του οψη. Ηταν ενα τευχος και μια ιστορια που παντα ηθελα να ξαναβρω γιατι ηταν μια απο τις αγαπημενες μου. Κοιταζω γυρω μου και βλεπω πως ειμαι σχεδον μονος μου, ουτε κι εγω μπορω να υπολογισω ποση ωρα περασε ξεφυλλιζοντας το περιοδικο ορθιος μην πιστευοντας ακομα το ευρημα μου. Σε λιγες μερες ημουνα στην Ελλαδα με το μοναδικο ευρετρο να φωλιαζει σε ολο το ταξιδι στην βαλιτσα μεχρι να καταληξει σε καποια ασφαλη γωνια του σπιτιου μου. Οι παραξενες συμπτωσεις και συγκυριες εχουν γινει πια καθεστως στην ζωη μου αλλα σιγουρα αυτη η εμπειρια στην Τσεχια μετατραπηκε στο κερασακι της τουρτας….

Μικρος Σεριφης-Οι Σχισμενες Σελιδες

novembre 9, 2009

Ειναι εικοσι λεπτα μετα τις δωδεκα, ενα βραδακι του Αυγουστου στο
Νταρκσβιλ, μια μικρη κωμοπολη ανατολικα του Νταλλας. Επικρατει ιδιαιτερη ζεστη αποψε με αποτελεσμα πολλοι κατοικοι να κοιμουνται με ανοιχτα παραθυρα. Τα τεσσερα θρυλικα παιδια του νομου βρισκονται στα δωματια τους στο κεντρικο ξενοδοχειο της πολης. Εχουν πεντε ημερες στη διαθεση τους χωρις να κανουν απολυτως τιποτα, ο Καπταιν Κουπερ τους εχει τηλεγραφησει να μην βιαστουν καθολου να επιστρεψουν στο Ωστιν υστερα απο την τοσο δυσκολη, τελευταια αποστολη που εχουν φερει εις περας. Ειναι απο τις ελαχιστες ευκαιριες που εχουν τα παιδια για να ξεκουραστουνε λιγο.
Ο Τζιμ Ανταμς ειναι αυτη την ωρα ξαπλωμενος στο δωματιο του εχοντας μια παραξενη διαθεση. Αισθανεται πως οι τεσσερις τοιχοι που τον περιβαλλουν πλησιαζουν προς το μερος του. Ξαφνικα, μια ανεξηγητη δυναμη τον σπρωχνει να σηκωθει ορθιος. Χωρις καν ο ιδιος να το καταλαβει πεταγεται σαν ελατηριο απο το κρεβατι του και σε χρονο μηδεν βρισκεται στην πορτα. Ανοιγοντας την προσεκτικα χωρις να κανει τον παραμικρο θορυβο, βγαινει εξω αργα κοιταζοντας δεξια κι αριστερα του. Σε λιγα δευτερολεπτα βρισκεται εξω απο την πορτα του διπλανου δωματιου. Το χερι του σηκωνεται σχεδον διστακτικα για να χτυπησει την ξυλινη επιφανεια της πορτας αλλα δεν προλαβαινει.
Η πορτα ανοιγει ελαφρα αποκαλυπτοντας το πανεμορφο προσωπο της θρυλικης αμαζονας, Ντιανα Μορρισον. « Ντιανα! »,  »Τζιμ! » λενε και οι δυο μαζι χαμηλοφωνα. Ο Τζιμ μπαινει μαζεμενος μεσα και κατακοκκινος, κοιταζοντας το πατωμα.  »Τζιμ »του λεει πρωτη η Ντιανα κλεινοντας την πορτα,  »ημουν ετοιμη να ερθω στο δωματιο σου χωρις να ξερω το γιατι αλλα οπως φαινεται κι εσυ σκεφτοσουν ακριβως το ιδιο πραγμα, μα…Τζιμ…τι επαθες? » η Ντιανα προφερει τα τελευταια λογια προσεχοντας το κατακοκκινο προσωπο του θρυλικου Ελληνοπουλου και το συνεχες χαμηλωμενο του βλεμμα.  »Ντιανα, κατι…κατι με εσπρωξε να ερθω στο δωματιο σου… δεν ξερω τι!Πρωτη φορα νιωθω ετσι στη ζωη μου! ».  »Ακριβως αυτο νιωθω κι εγω, Τζιμ! Τι μας συμβαινει? » λεει σιγοψιθυριζοντας το θρυλικο κοριτσι.
Χωρις να προφτασουν να πουν περισσοτερα νιωθουν μια ακατανικητη ελξη να τους πιεζει ν’αγκαλιαστουν και να φιληθουν με παθος, ενωνοντας λυσσασμενα τα χειλη τους και τις γλωσσες τους σαν βδελλες που ψαχνουν απεγνωσμενα για αιμα σε νεα θυματα. Αυτη η ενεργεια αφηνει και τους δυο καταπληκτους. Ο Τζιμ νιωθει το προσωπο του να κοκκινιζει περισσοτερο, την καρδια του ετοιμη να εκραγει, χοντρους θρομβους ιδρωτα να λουζουν το μετωπο του και μια αναισχυντη μαζα να σκληραινει αναμεσα στα ποδια του. Αυτο το τελευταιο τον κανει να τρελλαθει απο ντροπη με αποτελεσμα να προσπαθει να απομακρυνθει απο την ζεστη αγκαλια της πολυαγαπημενης του φιλης κι υπαρχηγου. Η Ντιανα ομως δεν εχει σκοπο να τον αφησει απο τα φλογερα πλοκαμια του σφιχτου εναγκαλιασμου της.  »Τζιμ », του λεει κοιταζοντας τον μ’ενα πρωτογνωρο για τον Τζιμ λαγνο βλεμμα,  »μην μου αντιστεκεσαι, αυτο που μας συμβαινει τωρα ισως επρεπε να το ζησουμε πολυ καιρο πριν. Δεν ξερω τι μας εφερε αποψε κοντα, αλλα να’σαι σιγουρος πως δεν μετανιωνω καθολου που συνεβη! ».
Ο Τζιμ την κοιταζει με μια αποτομη λαμψη στο βλεμμα του. Με μια αστραπιαια κινηση της δινει ενα δυνατο, καυτο φιλι πανω στα ροδοκοκκινα χειλη της ατρομητης κοπελας κρατωντας με τα χερια του τα μαγουλα της. « Τα παιδια μονο σκεφτομαι τωρα » του λεει η Ντιανα προσπαθωντας να βρει την αναπνοη της και το καρδιοχτυπι της μετα απο το θερμο φιλι του αρχηγου της,  »ανησυχω μηπως ξυπνησουν ξαφνικα και μας αναζητησουν, δεν θα’θελα με τιποτα να καταλαβουν τι μας συμβαινει τωρα, ειδικα ο Τσιπ! ».  »Μην ανησυχεις Ντιανα, ειναι αρκετα κουρασμενοι και οι δυο ωστε να μην ανησυχησουμε καθολου για τις επομενες τρεις ωρες τουλαχιστον. Ο Πεπε δεν θα ξυπνησει σιγουρα εως αυριο το μεσημερι » της λεει αναψοκοκκινισμενος ο Τζιμ διπλοκλειδωνοντας την πορτα ταυτοχρονα.

Πλησιαζοντας προς το μερος της την σηκωνει αγκαλια με μια κινηση με τα δυο του δυνατα μπρατσα, οδηγωντας την με ολοφανερο ποθο και λαχταρα στο κρεβατι της. Υστερα απο τρεις ολοκληρες ωρες που ουτε οι πιο ευφανταστοι, ερωτικοι συγγραφεις θα ηταν ικανοι να περιγραψουν, τα δυο παιδια βρισκονται μισοντυμενα στο κρεβατι αγκαλια, εξουθενωμενα απο τον ξεφρενο, ερωτικο παροξυσμο που μολις εζησαν,  βαριανασαινοντας και κοιταζοντας ο ενας τα ματια του αλλου με βαθεια αγαπη. Ειναι φανερο πως περιμεναν πολυ καιρο αυτη την πολυποθητη στιγμη. »Δεν… δεν εχω ξανανιωσει πιο ομορφα στη ζωη μου » μουρμουριζει ο Τζιμ κοιταζοντας με απεραντη λατρεια την συντροφο του.  »Νομιζω πως ολο τον καιρο που ειμαστε μαζι ημουν ερωτευμενος μαζι σου αλλα δεν τολμουσα να το ομολογησω στον εαυτο μου ».  »Ναι »του λεει η Ντιανα,  »ακριβως το ιδιο ενιωθα κι εγω! Μου φαινεται απιστευτο που στερηθηκαμε τοσον καιρο κατι το τοσο φυσιολογικο εστω και με τοσες περιπετειες να μην μας αφηνουν το χρονο να σκεφτουμε ξεκαθαρα τι νιωθουμε ο ενας για τον αλλον ».
Ο Τζιμ της ριχνει ενα λαμπερο βλεμμα γεματο αγαπη και μελλοντικες υποσχεσεις, συγκαιρα της λεει με σοβαρο υφος.  »Ειναι αδιανοητο το γεγονος πως χρειαστηκαν τοσες πολλες εκατονταδες τευχη για να μας τυχει αυτο αποψε. Ο Μιστερ Ντρινκερ κι ο Μιστερ Τζωρτζ αργησανε πολυ να μας λυπηθουνε! ».  »Σωστα! » λεει χαμογελωντας η Ντιανα »για να ειμαστε ακριβοδικαιοι ομως ομολογω πως οταν ημασταν αντιμετωποι με τους Ελ Καπιταν κι Ελ Ατατουρκ ο Μιστερ Τζωρτζ εγραψε κατι χαρακτηριστικο για τα συναισθηματα μας. Κι ας μην ξεχναμε ποτε πως τους χρωσταμε την αιωνια νιοτη μας! ».
 »Εχεις απολυτο δικιο, Ντιανα μου » της λεει σκεφτικος ο Τζιμ »αναρωτιεμαι ποιος απο τους δυο να ειναι υπευθυνος για ετουτο το βραδινο θαυμα. Αν δεν κανω λαθος ο Μιστερ Τζωρτζ εχει φυγει απο τη ζωη εδω και καμποσα χρονια κι ο Μιστερ Ντρινκερ εχει να δημοσιευσει νεα ιστορια επισης αρκετο καιρο ».  »Πολυ σωστη η σκεψη σου, Τζιμ! » του λεει η θρυλικη αμαζονα κοιταζοντας τον συντροφο της με απεραντο, ανυποκριτο θαυμασμο. Το θρυλικο Ελληνοπουλο παραμενει σκεφτικο και συνοφρυωμενο, ξαφνικα λεει σαν να μονολογει.  »Λες να εγραψε αυτο το συγκεκριμενο κομματι της συνευρεσης μας καποιος νεος, αμφιλεγομενος συγγραφεας? ». Η Ντιανα τον κοιταζει σχεδον σαστισμενη.
 »Νε…Νεος, αμφιλεγομενος συγγραφεας? Θες να πεις πως οι
τυχες μας και οι ζωες μας κρεμονται απο καποιον που ουτε καν
γνωριζουμε? » λεει με φοβο η Ντιανα. Ο Τζιμ σηκωνεται απο το κρεβατι κι αρχιζει σιγα σιγα να ντυνεται με ζωγραφισμενη απροθυμια λεγοντας.  »Δεν πιστευω πως κινδυνευουμε αμεσα,εξαλλου του χρωσταμε τρεις παραδεισενιες ωρες, σωστα…Βαγγελη Αραπη? » λεει αξαφνα ο Τζιμ δυναμωνοντας τη φωνη του, κοιταζοντας ταυτοχρονα το ταβανι του δωματιου.  »Μα..μα τι λες,Τζιμ? Δεν καταλαβαινω τιποτα! » ψελλιζει σαν χαμενη η Ντιανα.  »Θα καταλαβεις αμεσως τι εννοω, Ντιανα μου » της λεει,  »αυτα που ζουμε αυτη τη στιγμη ειναι ολα βγαλμενα απο την φαντασια του αμφιλεγομενου συγγραφεα που σου ανεφερα,τα λεω σωστα πατριωτη? ».
 »Πολυ σωστα τα λες φιλε Τζιμ, οπως παντα αλλωστε » λεει μια
φωνη απο το πουθενα  »αλλα πως ειναι δυνατον να με καταλαβες? Μολις τωρα γραφω την ιστορια! ». Ο Τζιμ χαμογελαει φιλικα στην αγνωστη φωνη που ακουστηκε σαν να ηρθε κατευθειαν απο το υπερπεραν μεσα στο δωματιο.  »Δεν με ονομασε τυχαια ο Μιστερ Τζωρτζ  »Πανουργο Ελληνοπουλο », Βαγγελη, κατι ηξερε! ».  »Αλλο το να εισαι πανουργος κι αλλο το να εισαι… Μαγος »του λεει η αγνωστη φωνη με το ασυνηθιστο Ελληνικο ονομα.  »Πολυ σωστη η παρατηρηση σου, Βαγγελη αλλα ας μου επιτρεψεις να μην σου αποκαλυψω περισσοτερα, θελω μονο να σ’ευχαριστησω θερμα για την υπεροχη,αποψινη βραδια που μας εγραψες να ζησουμε! » λεει με φωνη γεματη απεραντη ευγνωμοσυνη ο Τζιμ.  »Η χαρα ειναι ολη δικη μου,παιδια! » λεει η απροσδοκητη φωνη,  »πολλα χρονια τωρα περιμενα να συμβει αυτο που μολις σας εγραψα, για να ειμαι ακριβης, εικοσιπεντε χρονια περιμενα αυτη την στιγμη! ».  »Ευ..ευχαριστουμε πολυ,  Βαγγελη » λεει η Ντιανα προσπαθωντας να συνελθει απο την εκπληξη και την ντροπη που ειναι βεβαιως εντελως δικαιολογημενη.
Η φωνη του  »συγγραφεα » δεν προφταινει ν’αποκριθει στην Ντιανα γιατι ακουγονται τρια ελαφρα χτυπηματα στην πορτα.  »Ειστε καλα χλωμοι αδελφοι μου? Ακουσα φωνες και ηρθα να δω μηπως συμβαινει τιποτα » λεει μια σιγανη φωνη που δεν ειναι αλλη φυσικα απο αυτη του δωδεκαχρονου Ινδιανακου, Τσιπιριπο.  »Ολα ειναι ενταξει,Τσιπ! » αποκρινεται ο Τζιμ κανοντας συγκαιρα νοημα στην Ντιανα να ντυθει γρηγορα,  »μολις βοηθησα την Ντιανα σε καποιο πολυ σοβαρο ζητημα που την απασχολουσε, κοιμησου τωρα και μην ανησυχεις » του λεει αμηχανα ο Τζιμ.  »Ενταξει χλωμε αδελφε μου » λεει εφησυχασμενος ο μικρος Κομαντσι κι απομακρυνεται με αναλαφρο βηματισμο απο την πορτα, αθορυβα εντελως οπως οταν ηρθε.
 »Ω, Θεε μου, τι ντροπη! » κανει η Ντιανα  »συνεβη ακριβως αυτο που φοβομουνα! Ο Τσιπ θα αναρωτιεται τι συμβαινει ».  »Ευτυχως που δεν ακουσε τιποτα απο την συνευρεση μας, αυτο τουλαχιστον θελω να πιστευω, δεν καναμε πολυ θορυβο, παντως δεν νομιζω να μας ρωτησει τιποτα αυριο, ο Τσιπιριπο ειναι πολυ διακριτικος » λεει ο Τζιμ γρηγορα, τελειωνοντας το ντυσιμο του.  »Μακαρι » του λεει η Ντιανα » ειναι πολυ μικρουλης για κατι τετοια, κι απ’οσο γνωριζω θα παραμεινει μικρουλης γι’αρκετο καιρο ακομα. Θα ενιωθα τρομερη αμηχανια μπροστα του αν με κοιτουσε μ’εκεινο το πανεξυπνο βλεμμα του ».  »Τελος παντων, επιστρεφω στο δωματιο μου τωρα γιατι πολλοι μαζευτηκαμε τελικα και δεν θελω να κινησω αλλες υποψιες, καληνυχτα Ντιανα! » λεει βιαστικα ο Τζιμ βγαινοντας απο το δωματιο.
 »Καληνυχτα,Βαγγελη » λεει χαμηλοφωνα το πραγματικα πανουργο
Ελληνοπουλο, κοιταζοντας το ταβανι και κλεινοντας πονηρα το ματι λιγο πριν κλεισει η πορτα πισω του.  »Καληνυχτα,Τζιμ! » του λεει ψιθυριστα η Ντιανα και στρεφοντας τα ομορφα ματια της στο ταβανι, ενωνει τα χερια της σταυρωνοντας τα δαχτυλα της, λεγοντας με σιγανη αλλα γεματη θερμη φωνη.  »Σ’ ε υ χ α ρ ι σ τ ω ! ! ! »………………………….