Μικρός Σερίφης-Παγίδα στην Ποντερόσα

Γλυκοχαράζει στην Βιρτζίνια Σίτυ,είναι μόλις πεντέμισι το πρωί.Έφεξε ακόμη ένα καλοκαιριάτικο πρωινό που υπόσχεται έναν καυτό,ανελέητο ήλιο καθισμένο πάνω στον σβέρκο των κατοίκων της πόλης.Σε λίγες ώρες οι καρόδρομοι δεν θα μπορέσουν παρά να αναστενάξουν από την πολλή κίνηση καθώς οι φορτωμένες άμαξες θ’αρχίσουν να πηγαινοέρχονται με γοργούς ρυθμούς,ξεφορτώνοντας επιβάτες και κάθε λογής φορτία θα αλλάξουν χέρια και προορισμούς.Περνώντας η ώρα μπορεί να παρατηρήσει κανείς πολλοστές,βαθιές αυλακιές από ρόδες βαρυφορτωμένων κάρων αποτυπωμένες στον κεντρικό δρόμο.

Η πόλη αυτή της Νεβάδα έχει χαρακτηριστεί από πολλούς σαν η πλουσιότερη της Αμερικής και οι πολλαπλοί τυχοδιώκτες και χρυσοθήρες που την κατακλύζουν ενισχύουν καθημερινά αυτή την φήμη.Έχει πάει δέκα και κυκλοφορεί ασυνήθιστα πολύς κόσμος στους δρόμους.Άλλοι περπατάνε βιαστικά σκουπίζοντας ταυτόχρονα με τα μαντήλια τους χονδρούς θρόμβους ιδρώτα που αργοκυλάνε στα μέτωπά τους και άλλοι,κυρίως γυναίκες,παίρνουν τον χρόνο τους χαζεύοντας βιτρίνες στα διάφορα μαγαζιά.Μερικοί από αυτούς μάλιστα έχουν ένα διάπλατο χαμόγελο στα χείλη καθώς χαιρετιούνται μεταξύ τους.

Η είσοδος.της πόλης αυτή την ώρα είναι γεμάτη από νεοφερμένους καβαλάρηδες οι οποίοι καλπάζουν με αργό τροχασμό.Φτάνουν σιγά σιγά στο κέντρο της Βιρτζίνια Σίτυ σχηματίζοντας παρέες μα κάποιος που έχει εξασκημένο μάτι ξεχωρίζει αμέσως πως η συγκεκριμένη παρέα που ξεμακραίνει καλπάζοντας σιγά σιγά απο τις άλλες είναι λίγο αλλόκοτη και υπερβολικά ασυνήθιστη.

Αποτελείται από τέσσερα παιδιά,τα δύο πρώτα είναι ένα αγόρι κι ένα κορίτσι,γύρω στα δεκαοχτώ.Το τρίτο παιδί είναι ένα μάλλον κουρασμένο Μεξικανόπουλο με κάπως αστεία φυσιογνωμία.Είναι καθισμένο πάνω σ’εναν γάιδαρο αντάξιο του αφεντικού του.Το συμπαθές κατά τ’άλλα τετράποδο έχει μεγάλα,κρεμασμένα αυτιά και μια γλώσσα που αγγίζει σχεδόν το έδαφος.Δεν θα τον έκανες κι αυτόν τον νεαρό πάνω από δεκαοχτώ χρονών.Φοράει ένα χιλιοταλαιπωρημένο,τρυπημένο,πλατύγυρο σομπρέρο μ’ένα εξίσου ταλαιπωρημένο Ινδιάνικο φτερό να προεξέχει πάνω του.Το τελευταίο παιδί είναι και το μικρότερο της παρέας,ένα Ινδιανάκι με κορακίσια μαλλιά που κανείς σώφρων άνθρωπος δεν θα’λεγε πως είναι πάνω από δώδεκα χρονών.Ιππεύει ένα μικρόσωμο άλογο,τα λεγόμενα πόνυ.Την πρωτοφανή αυτή συντροφιά συμπληρώνει ένα υπέροχο στην όψη σκυλί με ένα πανέξυπνο βλέμμα και μια εξίσου διψασμένη γλώσσα να αγγίζει σχεδόν την ξερή,σκονισμένη γη.

Όπως όλοι πολύ καλά καταλάβαμε αυτά τα παιδιά δεν είναι άλλα από την πασίγνωστη ανά την Αμερικανική επικράτεια,Θρυλική Τετράδα.Στην συγκεκριμένη πόλη όμως δεν φαίνεται να τους αναγνωρίζουν και πάρα πολύ.Αυτό δεν εμποδίζει τα περίεργα βλέμματα να συγκεντρώνονται πάνω τους και πολλοί κάου-μπόυς μάλιστα τους κοιτάνε με εξεταστικό και περιεργαστικό ύφος.Αρκετά μάτια στρέφονται με δυσαρέσκεια πάνω στον Τσιπιρίπο.Οι τέσσερις θρυλικοί φίλοι μας μόλις έχουν τελειώσει την τελευταία τους αποστολή στο γειτονικό Σίλβερ Σίτυ και σκέφτηκαν να κάνουν μια στάση στην Βιρτζίνια αφού έχουν μια ακόμη ελεύθερη μέρα στην διάθεσή τους.Η αφόρητη ζέστη όμως και η έλλειψη νερού στις προμήθειές τους τους έχει εξουθενώσει αρκετά και σκέφτονται να ξεδιψάσουν το συντομότερο δυνατό.Το σαλούν »Σίλβερ Ντόλλαρ »βρίσκεται ακριβώς δίπλα τους αυτή την στιγμή κι έχει κεντρίσει πολύ το ενδιαφέρον των παιδιών σαν μια λύση για το ξεραμένο λαρύγγι τους.Δεν προλαβαίνουν όμως να ξεπεζέψουν.

 »Κομπανιέρο(σύντροφε)Τζιμ »κάνει πρώτος ο αναψοκοκκινισμένος Πεπίτο, »δεν νιώθω και πολύ καλά,νομίζω πως βλέπω ιπτάμενες…αρκούδες! »

 »Μα τι λες Πέπε;Που τις είδες τ… »του αποκρίνεται με φανερή έκπληξη ο Τζιμ Άνταμς αλλά πριν προλάβει να τελειώσει την φράση του έχει εξελιχθεί ταυτόχρονα και σε κλάσματα δευτερολέπτου μια αρκετά τραγελαφική σκηνή.

Μια μεγαλόσωμη φιγούρα έχει φανερωθεί ξαφνικά από ψηλά,στο ύψος της εισόδου του σαλούν,και προσγειώνεται βαριά-πλατιά πάνω στον Πεπίτο Γκονζάλες,παρασέρνοντας τον ίδιο αλλά και τον Πελεγκρίνο στο έδαφος.Ένα δυνατό,παρατεταμένο γκάρισμα,που όμοιό του δεν ξανάγινε,ακούγεται κάνοντας τους πριν από λίγο μαζεμένους περίεργους να απομακρυνθούν φοβισμένοι.Ο Τζιμ αντιδράει ακαριαία,ξεπεζεύει από τον Κεραυνό με αστραπιαία ταχύτητα και απομακρύνει τον Πεπίτο τραβώντας τον απο το μπράτσο,πριν το σώμα του γιγαντόσωμου άντρα πλακώσει ολοκληρωτικά τον εμβρόντητο φίλο μας.Ένας πονεμένος και πυρ και μανία Πελέ πετάγεται σαν σούστα κι αρχίζει να καλπάζει αλαλλαγμένα με παράφωνα,εκκωφαντικά γκαρίσματα να συνοδεύουν αταίριαστα τους ήχους της πολύβουης πόλης.Οι κλωτσιές στον αέρα πάνε κι έρχονται αφήνοντας πολλά περιθώρια για καινούρια ατυχήματα από τις φοβερές και τρομερές κλωτσοπατινάδες του.

Εντω μεταξύ η Ντιάνα κι ο Τσιπιρίπο έχουν μείνει να κοιτάνε σαν χαμένοι τα όσα διαδραματίστηκαν τα τελευταία πέντε δευτερόλεπτα,προσπαθώντας να συνειδητοποιήσουν αυτό που αντικρύζουν μπροστά στα μάτια τους!Κοιτάνε μια τον πεσμένο,ογκώδη άντρα,ο οποίος σηκώνεται σιγά σιγά και λίγο αλαφιασμένα,και μια τις πόρτες του σαλούν που ανοιγοκλείνουν τρίζοντας μέσα έξω!

 »Είσαι καλά Πεπίτο; »ρωτάει με ανησυχία ο Τζιμ σκύβοντας πάνω από τον παιδικό του φίλο. »Κα…Καλά είμαι αμίγο(φίλε)Τζιμ αλλά…αυτός…ο αναθεματισμένος…παλιομπούρο(παλιογάιδαρος)…δεν θα γίνει ποτέ του άνθρωπος!Προσέξτε την αρκ… »ψελλίζει και χάνει αμέσως τις αισθήσεις του.Την ίδια ώρα ο ψηλός,θηριώδης άντρας έχει συνέλθει εντελώς από την επεισοδιακή πτώση του και πλησιάζει προς το μέρος των παιδιών με ολοφάνερη διάθεση να προσφέρει την βοήθεια του.Στο ελαφρά χτυπημένο του πρόσωπο σχηματίζεται ένα αμήχανο αλλά καλοσυνάτο χαμόγελο.

 »’Δεν είναι τίποτα παιδιά,ο φίλος σας λιποθύμησε από την πολλή ζέστη και του΄πεσα και λίγο βαρύς…στο στομάχι!Με λένε Χος Κάρτραητ,νομίζω πως θα ήταν καλύτερα αν του δίναμε λίγο νεράκι για να πιει,το ίδιο νομίζω πως χρειάζεστε όλοι σας! »

 »Νομίζω πως έχεις απόλυτο δίκιο Μίστερ Κάρτραητ »αποκρίνεται το θρυλικό Ελληνόπουλο προσπαθώντας να χαράξει ένα χαμόγελο στα διψασμένα χείλη του. »Τζιμ,πηγαίνω να μαζέψω τον Πελεγκρίνο πριν απομακρυνθεί εντελώς »κάνει η λυγερόκορμη αμαζόνα και μην περιμένοντας απάντηση από τον αρχηγό της ξεχύνεται ορμητικά πάνω στην Αστραπή προς το βάθος του δρόμου.Σύγκαιρα ο Χος Κάρτραητ διασχίζει τον κατασκονισμένο δρόμο και βγάζει πάνω από το δεμένο άλογό του ένα μεγάλο παγούρι με νερό.Σε λίγα λεπτά ο Πεπίτο έχει ανακτήσει τις αισθήσεις του και τα υπόλοιπα παιδιά νιώθουν πολύ καλύτερα αφού ήπιαν αυτά και τα ζώα τους νερό με την ψυχή τους.Τώρα πια όλοι βρίσκονται κάτω από την ανακουφιστική σκιά ενός εμπορικού καταστήματος.

 »Αμίγο »κάνει πρώτος ο Κάρτραητ απευθυνόμενος στον Πεπίτο, »συγνώμη γι’αυτό που έγινε,είχα βλέπεις ένα φιλικό καυγαδάκι μέσα στο σαλούν κι ο αντίπαλός μου είχε το πάνω χέρι,πίστεψέ με δεν μου συμβαίνει συχνά αυτό!Με λένε Χος,Χος Κάρτραητ! »Και λέγοντας τα τελευταία λόγια ο συμπαθής γίγαντας προτείνει χαμογελαστός το χέρι του στο αγαθό Μεξικανόπουλο έχοντας μια ελαφρά έκφραση συστολής στο πρόσωπό του.

 »Βίρχεν Σαντίσιμα!(Παναγιά Παρθένα) »αναφωνεί ο Γκονζάλες σταυροκοπώντας τον εαυτό του και γουρλώνοντας τα μάτια του με κίνδυνο να πεταχτούν έξω από τις κόγχες τους. »Πρώτη φορά ακούω εναν όμπρε γκράντε υ γόρδο(ψηλό και χονδρό άνθρωπο)να τον λένε Χορς!(Άλογο).Να σε λέγανε Όσο(Αρκούδα)μάλιστα αλλά ψοφήμι άλογο ούτε στα πιο γαϊδουρινά όνειρα του Πελεγκρίνο μου δεν θα το φανταζόμουνα!Σενιόρ Καβάγιο(Κύριε Άλογο)είσαι σίγουρος πως δεν είσαι ο σενιόρ Όσο;(Κύριος Αρκούδα)

Ένα ηχηρό,ξερό χαχανητό βγαίνει από το φαρδύ στέρνο του Χος ακούγοντας την επεξηγηματικά αδιαπραγμάτευτη λογική του κωμικού Μεξικανόπουλου.Το πρόσωπό του έχει γίνει κατακόκκινο από τα γέλια παρασύροντας και τα υπόλοιπα παιδιά να γελάσουν με την καρδιά τους. »Το Χος… »απαντάει ο Κάρτραητ,προσπαθώντας να σκουπίσει τα δακρυσμένα από τα γέλια μάτια του, »είναι το παρατσούκλι που μου έδωσε η οικογένεια μου,το πραγματικό μου όνομα είναι Έρικ αλλά για τους φίλους και την οικογένειά μου είμαι πάντα ο Χος »καταλήγει μισοβουρκωμένος.

 »Ντίος μίο!(Θεέ μου) »χάσκει με απορία ο Γκονζάλες, »κι εμείς που δεν είμαστε ούτε σου φαμίλια(οικογένεια σου),ούτε τους αμίγος(φίλοι σου)πως πρέπει να σε λέμε δηλαδή;Σενιόρ(Κύριο)Έρικ Καβάγιο(Άλογο)ή σενιόρ Καβαγιόσο;(Kύριο Αρκουδάλογο)συμπληρώνει το ανεπανάληπτο Μεξικανόπουλο ξύνοντας το μέτωπό του.

 Νέα απανωτά γέλια συνοδεύουν τα τελευταία λόγια του κωμικού παιδιού.Ο μόνος που δεν φαίνεται να διασκεδάζει είναι ο μικρός Κομάντσι ο οποίος στρέφει με την γνωστή του σοβαρότητα και λέει στον Πεπίτο: »Νομίζω πως το Λευκό Βουνό άκουσε αρκετές ανοησίες για σήμερα χλωμό πρόσωπο!Σίγουρα θα βάζει με το νου του να προχωρήσει με τις δουλειές του! »

 »Εσύ κοκκινομούρικο μικρόβιο καλύτερα να επισκεφτείς μούι πρόντο(πολύ σύντομα)έναν…οκουλίστα(οφθαλμίατρο)για να σου φορέσει λέντες!(γυαλιά) »αποκρίνεται εκνευρισμένος ο Πεπίτο. »Με βλέπεις που με βλέπεις χλωμό όλη την ώρα τώρα άρχισε να σοβαρεύει χειρότερα η κατάσταση!Που στην ευχή τα είδες τα λευκά βουνά και τα λαγκάδια ντάλα καλοκαίρι,μου λες; »

Πριν προλάβει να δώσει ο Τσιπιρίπο την συνηθισμένη αφοπλιστική του απάντηση ο Χος Κάρτραητ ξεσπάει σε νέα χαχανητά λέγοντας με περισσή χαρά: »Πανάθεμά με κι αν έχω συναντήσει πιο απίθανη παρέα από την δική σας παιδιά!Μα την πίστη μου πρέπει να’ρθείτε μαζί μου στο ράντσο που μένω.Το λιγότερο που μπορώ να κάνω για σας είναι να σας κάνω το τραπέζι,εξάλλου το χρωστάω στον φίλο σας για την…ουρανοκατέβατη πτώση μου!Ακολουθήστε με!

Ο Τζιμ Άνταμς είναι έτοιμος να πει κάτι αλλά το μετανιώνει ύστερα από τα τελευταία λόγια του Κάρτραητ.Τα παιδιά συνεννοούνται αμέσως μ’ένα βλέμμα και παίρνουν την απόφαση ν’ακολουθήσουν τον άγνωστο άντρα ο οποίος είναι ήδη καβάλα στο άλογό του.Ξάφνου,λίγα μέτρα πιο πέρα,οι δίφυλλες πόρτες του »Σίλβερ Ντόλλαρ »ανοίγουν και ξεπροβάλλει ένας άνθρωπος τεραστίων διαστάσεων.Ο Χος Κάρτραητ μπροστά του ειναι σίγουρα σχεδόν ο μισός.Έχει μαύρη,πυκνή γενειάδα,μισόκλειστα μάτια και φοράει ένα σκισμένο πουκάμισο κι ένα επίσης μισοσκισμένο παντελόνι.Στο χέρι του κρατάει ένα μπουκάλι ουίσκυ και σκουπίζει τα χείλη του με την ανάποδη του χεριού του.

 »Εεε,Κάρτραητ!Εμείς οι δύο θα τα ξαναπούμε! »φωνάζει με μισοαγριεμένη,μπάσα φωνή το γιγάντιο πλάσμα.Ο Χος δεν του δίνει σημασία,μόνο λέει στα τέσσερα θρυλικά παιδιά που έχουν μείνει σαν στήλες άλατος από το θέαμα: »Αυτός είναι ο Μπίγκ Τζάσπερ,μην ανησυχείτε,καμιά φορά πίνει λίγο παραπάνω και βρίσκει ευκαιρία για καβγά,δεν είναι όμως τόσο επικίνδυνος όσο φαίνεται,εμένα πάντως κατάφερε να με βγάλει νοκ άουτ σήμερα,ήταν φαίνεται το τυχερό του φίλου σας! »συμπληρώνει ο Χος μ’ένα πλατύ χαμόγελο ενώ οι τέσσερις ήρωές μας έχουν ήδη καβαλήσει τα ζώα τους.Σε λίγο η πεντάδα έχει αρχίσει να καλπάζει με γοργό τροχασμό βγαίνοντας από την έξοδο της πόλης.Έχει περάσει κιόλας μισή ώρα χωρίς να ειπωθούν πολλά εκτός από τις απαραίτητες συστάσεις. »Αλήθεια Τζιμ »ρωτάει κάποια στιγμή ο Χος τον Τζιμ Άνταμς, »πως βρεθήκατε εσείς οι τέσσερις μαζι;Συμπαθάτε με που ρωτάω αλλά παρέα σαν την δική σας ούτε έχω ματαδεί,ούτε έχω ματακούσει! »Ούτε το στόμα του δεν προλαβαίνει ν’ανοίξει ο Τζιμ και να΄σου πετάγεται ο…Θρυλικός!

 »Καλά για τους αλλους σενιόρ Καβάγιο(Άλογο)το καταλαβαίνω,αλλά πως είναι δυνατόν να καλπάζει δίπλα σου κοτζάμ Γκονζάλες ο Θρυλικός,το καμάρι της Τσιουάουα,και να κάνεις τέτοιες κουτές ερωτήσεις;Μήπως ξύπνησες με πονόματο σήμερα το πρωί και δεν σου πέρασε ακόμα;;Για κοίταξέ με λίγο καλύτερα! »Πράγματι ο Χος Κάρτραητ γυρνάει το κεφάλι του και κοιτάζει με μεγάλη,ζωγραφισμένη απορία τον Πεπίτο.Η έκφραση στο πρόσωπο του Χος είναι τόσο αστεία που με δυσκολία τα υπόλοιπα παιδιά συγκρατούν τα γέλια τους. »Μην του δίνεις μεγάλη σημασία,μίστερ Κάρτραητ »λέει εύθυμα ο Τζιμ Άνταμς »είναι πολύ πατριώτης με το χωριό του και κάθε τρεις και λίγο δεν χάνει ευκαιρία να το…διαφημίσει! »Ο Γκονζάλες πάει κάτι να πει αλλά πέφτει πάνω στο γεμάτο νόημα βλέμμα του Τζιμ και του κόβεται η όρεξη.

Έχουν περάσει ήδη σχεδόν δύο ώρες από τότε που οι πέντε καβαλάρηδες εγκατέλειψαν την Βιρτζίνια Σίτυ και η ζέστη όσο πάει και γίνεται πιο αφόρητη. »Μην ανησυχείτε παιδιά,σε λίγο φτάνουμε! »τους καθησυχάζει ο Χος Κάρτραητ βλέποντας τα κουρασμένα,ιδρωμένα πρόσωπά τους.Και πράγματι ύστερα από ένα οχτάλεπτο περίπου ανηφορίζουν κατά μήκος της μεγαλόπρεπης λίμνης Ταχόε με την γαλήνια ομορφιά της να προκαλεί δέος στους τέσσερις ήρωές μας.Η οροσειρά Σιέρρα Νεβάδα απλώνεται επιβλητική και σαγηνευτική από πάνω τους.

 »Φτάσαμε παιδιά! »φωνάζει ξαφνικά ο Χος στα παιδιά του νόμου και σύγκαιρα δείχνει με τον δείκτη του χεριού του ένα μεγάλο,ξύλινο οίκημα φωλιασμένο πενήντα μέτρα ψηλά σε μια γωνιά της υπέροχης οροσειράς. »Αυτό είναι το ράντσο Ποντερόσα,εδώ μένω μαζί με τον πατέρα μου και τους δύο αδελφούς μου! »Πριν καν προλάβουν να ξεπεζέψουν η πόρτα του ράντσου ανοίγει και ξεπροβάλλει από μέσα της ένας άντρας με αρχοντικό παράστημα,γκρίζα μαλλιά και πυκνά,μαύρα φρύδια να σμίγουν με περιέργεια στο πρόσωπό του.

 »Χος,τι συμβαίνει,ποια είναι τα παιδιά που είναι μαζί σου; »ρωτάει ο γκριζομάλλης άντρας με συγκρατημένη αλλά φανερή απορία στο πρόσωπό του.Ο Χος Κάρτραητ τραβάει απότομα τα χαλινάρια του αλόγου του αναγκάζοντάς το να σταματήσει ακριβώς μπροστά από τον απορημένο μεσήλικα.
Ξεπεζεύει απότομα χτυπώντας στον ώμο με χαρούμενη διάθεση τον μισοσαστισμένο άνθρωπο που στέκεται δίπλα του. »Πατέρα,να σου γνωρίσω τον Τζιμ Άνταμς και τους τρεις φίλους του! »Και με τα τελευταία λόγια ο Χος Κάρτραητ παρουσιάζει μ’ένα πλατύ χαμόγελο τους τέσσερις θρυλικούς υπερασπιστές του νόμου. »Παιδιά,να σας συστήσω τον πατέρα μου,τον Μπεν Κάρτραητ! »συνεχίζει και πριν προλάβει ο Χος ν’αρθρώσει άλλη κουβέντα τον διακόπτει απότομα ο πατέρας του.

 »Χος,άσε τις πολυλογίες,δεν βλέπεις που τα παιδιά είναι εξουθενωμένα,ας πάμε γρήγορα να καθήσουμε στην βεράντα,θα τους κάνει καλό η σκιά της! »Το πρόσωπο του Χος σοβαρεύει απότομα στα τελευταία λόγια του αρχοντικού ράντσερ. »Έ…Έχεις δίκιο πατέρα,κατεβείτε παιδιά,θα σας κάνει καλό να καθήσετε σε μια δροσερή σκιά! »Ο Τζιμ Άνταμς ξεπεζεύει πρώτος κάνοντας νόημα στ’άλλα παιδιά να κάνουν το ίδιο.Ο Μπεν Κάρτραητ κάνει αμέσως νόημα σε τρεις βακέρος που πλησιάζουν για να περιποιηθούν τα ζώα των τεσσάρων φίλων μας.Σε λίγη ώρα βρίσκονται όλοι καθισμένοι στην βεράντα του ράντσου πίνοντας παγωμένες λεμονάδες ύστερα από επιθυμία του Τζιμ Άνταμς.

 »Πατέρα »ανακοινώνει μ’ενθουσιασμό ο Χος, »τα παιδιά θα φάνε μαζί μας »και γρήγορα εξιστορεί στον άφωνο ευγενή τα όσα συνέβησαν στην Βιρτζίνια Σίτυ. »Ο Μπιγκ Τζάσπερ πάλι,ε; »λέει ο Μπεν Κάρτραητ απευθυνόμενος στον γιο του με σοβαρό,αυστηρό τόνο στην χροιά της φωνής του. »Να μου το θυμηθείς,αυτός μια μέρα θα σε βάλει σε άσχημους μπελάδες!Αυτά τα ανόητα παιχνίδια επίδειξης ανδρισμού μόνο άσχημη κατάληξη μπορεί να έχουν και ορίστε »καταλήγει ο αρχοντικός άνδρας »ο φίλος μας από δω »λέει δείχνοντας έναν ξανανιωμένο Πεπίτο »υπήρξε θύμα αυτής της ανόητης συμπεριφοράς,νιώθεις καλύτερα μουτσάτσο; »ρωτάει ο ράντσερ χαμογελώντας ζεστά στο κουτό Μεξικανόπουλο.

 »Μούι μπιεν,γκράσιας σενιόρ!(Πολύ καλά,ευχαριστώ κύριε!) »ο σενιόρ Καβάγιο(Άλογο) δεν υπολόγισε πως θα γίνω μουέρτο θιέντο άνιος(θα πεθάνω εκατό χρονών)οπότε και δέκα σαν αυτόν να πέφτανε πάνω μου και ο σενιόρ Γορίλα(Γορίλας)επίσης που μου τον πέταξε στο μι καμπέθα(κεφάλι μου)το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο και το αυτό!Ρώτησε και την μάγισσα Ζορίνα αν δεν με πιστεύεις,μα…τι έπαθες σενιόρ; »Οι τελευταίες λέξεις βγαίνουν από τα χείλη του Γκονζάλες επειδή μπροστά του αντικρύζει έναν Μπεν Κάρτραητ με μάτια μισογουρλωμένα,μοιάζει σαν να ψάχνει απεγνωσμένα ν’απαγκιστρωθεί από την πρώτη λέξη που θα του’ρθει στο μυαλό.Ο Χος παλεύει παλληκαρίσια για να πνίξει τα γέλια του ενώ τα άλλα τρία παιδιά κοιτιούνται ξεφυσώντας με απελπισία.

 »Νομίζω πως είναι ώρα να πάμε μέσα παιδιά,θα σας κάνει καλό λίγο φαγητό »λέει απότομα ο Μπεν και σηκώνεται πρώτος προχωρώντας προς την πόρτα του ράντσου.Αμέσως το θρυλικό Ελληνόπουλο ακολουθεί τον γκριζομάλλη ράντσερ και γρήγορα οι υπόλοιποι κάνουν το ίδιο.Μπαίνοντας μέσα στο κυρίως δωμάτιο τα παιδιά του νόμου δεν μπορούν παρά να θαυμάσουν την πολυτελή διακόσμηση στο εσωτερικό του σπιτιού,έναν αρμονικό συνδυασμό ξύλου και πέτρας με διάφορα κειμήλια να στολίζουν πολλές γωνιές του οικήματος.Ο Μπεν Κάρτραητ τους προτρέπει να καθήσουν σε μια μεγάλη τραπεζαρία η οποία βρίσκεται στην δεξιά πλευρά τους.Πριν καν προλάβουν να καθήσουν ένας μαυροντυμένος,νεαρός άντρας κατεβαίνει τα σκαλοπάτια που οδηγούν στις επάνω κρεβατοκάμαρες.Στα χέρια του κρατάει ένα βιβλίο που γράφει »Οθέλλος »πάνω στο σκληρό του,μαύρο εξώφυλλο.

 »Άνταμ! »κάνει ο παρορμητικός Χος με χαρά που δεν προσπαθεί να κρύψει. »Έλα να σου γνωρίσω κάτι φίλους!Από δω ο Τζιμ,η Ντιάνα,ο Πεπίτο κι ο Τσιλι…Τσιρι…Τσιπιρίπο,χεχε,το πέτυχα! »Ο Άνταμ τους κοιτάζει με ανέκφραστη όψη και τους χαιρετάει όλους μ’ένα νεύμα του κεφαλιού του,ταυτόχρονα ένα ανεπαίσθητο μειδίαμα σχηματίζεται στα χείλη του. »Χαίρω πολύ »τους λέει και κάθεται στο τραπέζι. »Παιδιά σας παρουσιάζω τον μεγάλο μου αδελφό,τον Άνταμ!Ας φάμε επιτέλους,η μυρωδιά στην κουζίνα κοντεύει να μου σπάσει τη μύτη »λέει ο ορεξάτος ράντσερ αφήνοντας ελεύθερη την γλώσσα του να περιδιαβεί στις άκρες των χειλιών του. »Μα που είναι επιτέλους αυτός ο Χοπ Σινγκ; »κάνει με ανυπομονησία ο φαρδύτερος από τους Κάρτραητς.Δεν προλαβαίνει να πει όμως περισσότερα ούτε παίρνει μια απάντηση στο έρωτημά του…

Η πόρτα του ράντσου ανοίγει απότομα και μπαίνει μέσα σαν σίφουνας ένας λιγνός νεαρός ο οποίος δεν φαίνεται να ξεπερνά τα δεκαεννιά.Φοράει ένα μαύρο στέτσον και στη μέση του κρέμεται ένα κολτ,από την αριστερή πλευρά του όμως.

 »Εντάξει πατέρα,το μάστανγκ που έψαχνες βρέθηκε επιτέλους!Το μόνο που πρέπ…Α!Βλέπω έχεις καλεσμένους »λέει ο νεαρός κόβοντας απότομα την φουριόζικη είσοδό του και λέγοντας τις τελευταίες κουβέντες πλησιάζει με αργό βηματισμό προς την μεγάλη τραπεζαρία.

 »Που να με πάρει,πάνω στην ώρα ήρθες Λιτλ Τζο!(Μικρέ Τζο)λέει με ορθάνοιχτα από τη χαρά μάτια ο εύσωμος Χος, »μα που είναι τέλος πάντων αυτός ο Χοπ Σινγκ;Μικρέ αδελφέ,έλα να σου γνωρίσω κάτι φίλους που γνώρισα σήμερα το πρωί στην πόλη… »

 »Ας αφήσουμε τις συστάσεις για μετά το φαγητό »προτείνει σε χαμηλό τόνο ο γκριζομάλλης ράντσερ διακόπτωντας ταυτόχρονα την ακατάσχετη φλυαρία του καλοκάγαθου γιου του. »Τζόσεφ,έλα κάθησε μαζί μας και θα συζητήσουμε αργότερα για τα νέα που μου έφερες.Μα που στην ευχή είναι αυτός ο Χοπ Σινγκ; »ρωτάει μισοεκνευρισμένος ο Μπεν.

Μα ο νεότερος γιος του Μπεν Κάρτραητ αυτή την στιγμή δεν φαίνεται να τον απασχολεί καθόλου το στομάχι του,ούτε το αν θα τοποθετήσει τροφή μέσα σ’αυτό κατά την διάρκεια της ημέρας.Τα μάτια του είναι στραμμένα πάνω στην Ντιάνα Μόρρισον και μόνο.Κατευθύνεται αργά αργά προς το μέρος της και στέκεται ακριβώς από πάνω της.Σκύβει και πιάνοντας με το αριστερό του χέρι το δεξί χέρι της αμαζόνας της προσφέρει ένα απαλό χειροφίλημα. »Γοητευμένος »σιγομουρμουρίζει ο Τζο Κάρτραητ σχηματίζοντας ταυτόχρονα ένα μικρό,αδιόρατο χαμόγελο πάνω στα όμορφα χαρακτηριστικά του προσώπου του.Το βλέμμα του δεν έχει φύγει στιγμή από τα πανέμορφα μάτια του ηρωικού κοριτσιού.Η Ντιάνα χαμηλώνει το βλέμμα της από ντροπή ενώ στα μάγουλά της απλώνεται μια ελαφριά,ροζ απόχρωση.Δίπλα της ο Τζιμ Άνταμς βιώνει πρωτόγνωρα,ανάμικτα συναισθήματα να τον κατακλύζουν σε ανύποπτο χρόνο.Το κυριότερο από αυτά αρχίζει σιγά σιγά και βασανιστικά να σκαρφαλώνει στα σωθικά του και να γαντζώνεται με θηριώδη μανία πάνω στα τρίσβαθα της ψυχής του.Στη συνέχεια εστιάζει με τα σιχαμερά του νύχια στο κέντρο της καρδιάς του Ελληνόπουλου και μ’ένα απότομο άλμα εκτινάσσεται και γραπώνεται μέσα στον εγκέφαλό του μένοντας εκεί,προσπαθώντας ν’αλλοιώσει κάθε ίχνος και μορφή συνειδητοποίησης των συμβάντων του περιβάλλοντος.

Δεν είναι άλλο από το συναίσθημα της ζήλειας,το θρασύτατο,αποτρόπαιο αυτό πράσινο τερατάκι που τυφλώνει πολλές φορές την σωστή κρίση ανθρώπων και καταστάσεων.Το θρυλικό παιδί δεν φανταζόταν ποτέ μέχρι εκείνη την ώρα πως θα ένιωθε στο πετσί του τόσο έντονα,αλοπρόσαλα συναισθήματα.Και να που ξημέρωσε η μέρα για να γευτεί αυτού του είδους την εμπειρία.Ποτέ ξανά δεν ένιωσε την ολύμπια αυτοκυριαρχία του να ξεγλιστράει μέσα από τα δάχτυλά του όπως ετούτη εδώ τη στιγμή!Η πείνα για τον Τζιμ Άνταμς τώρα είναι κάτι το χλευαστικά αμελητέο.Άνετα θα μπορούσε κάποιος αυτή τη στιγμή να παρατηρήσει μικρές φλεβίτσες να τεντώνονται επικίνδυνα πάνω στα μηνίγγια του αρχηγού της Θρυλικής Τετράδας.Μέσα στην αίθουσα επικρατεί μια αμήχανη βουβαμάρα καθώς ο Μικρός Τζο απομακρύνεται από την Ντιάνα για να πάει να κάτσει στη θέση του.

Η ατμόσφαιρα είναι αρκετά τσιτωμένη και μόνο ενα καλοδουλεμένο,καλοακονισμένο μαχαίρι θα μπορούσε να την κόψει.Και εγένετο η αρχή! »Μα που χάθηκε επιτέλους αυτός ο Χοπ Σινγκ,μπορεί να μου πει κάποιος; »ρωτάει φανερά εκνευρισμένος ο πατριάρχης της οικογένειας Κάρτραητ. »Χος,πήγαινε σε παρακαλώ στην κουζίνα να δεις τι γίνεται,αρχίζω να αμφιβάλλω αν θα γευματίσουμε σήμερα! »Ο ευρωστότερος των Κάρτραητς σηκώνεται απότομα με σμιγμένα φρύδια δρασκελίζοντας προς την πόρτα της κουζίνας μην αντέχοντας και ο ίδιος τις τυμπανοκρουσίες του στομαχιού του.Ο Πεπίτο πάει να κάνει το ίδιο αλλά η Ντιάνα τον τραβάει αμέσως από το μανίκι του και το αδιόρθωτο Μεξικανόπουλο υπακούει στο λεπτό.

Μα ο εύσαρκος άντρας με την καρδιά μικρού παιδιού δεν προλαβαίνει να κάνει ούτε ένα βήμα παραπάνω.Η πόρτα της κουζίνας ανοίγει απότομα και βγαίνει τρεμάμενος ένας μικρόσωμος Ασιάτης με τα χέρια του σηκωμένα ψηλά.Στο πρόσωπό του είναι ζωγραφισμένος ο φόβος!

 »Χοπ Σινγκ! »κάνει άναυδος ο Χος, »γιατί έχεις τα χέρ… »

Όμως ο μεσαίος γιος των Κάρτραητς δεν προφταίνει να τελειώσει τη φράση του. »Ακίνητοι όλοι σας γιατί ο κιτρινομούρης θα πεθάνει! »ακούγεται δυνατά μια σκληρή φωνή πίσω από την πλάτη του Κινέζου μάγειρα. »Πετάξτε όλοι τα όπλα σας προς το μέρος μου τώρα! »Και λέγοντας αυτά τα λόγια ξεπροβάλλει ο κάτοχος αυτής της φωνής έχοντας καρφωμένη την κάννη ενός κολτ πάνω στον κρόταφο του Χοπ Σινγκ.Είναι ένας ψηλόλιγνος,ξερακιανός άντρας,καμιά σαραπενταριά χρονών,νευρώδες σώμα,με έντονα,σκληρά χαρακτηριστικά.

 »Κύλιε Κάλτλαητ »ψελλίζει πανικόβλητος ο μάγειρας, »σας παλακαλώ υπακούστε!Χοπ Σινγκ τέλει συνεχίσει μαγειλεύει για Κάλτλαητς! ». »Βγάλε το σκασμό σχιστομάτη αν λογαριάζεις να ζήσεις! »λέει άγρια ο άγνωστος που τον απειλεί.Ο καημένος ο Χοπ Σινγκ αρχίζει να τρέμει ολοένα και περισσότερο σαν ψάρι που μόλις βγήκε απ΄το νερό. »Δεν ακούσατε τι σας είπα;Όλοι πετάξτε τώρα τα όπλα σας προς το μέρος μου και χωρίς κολπάκια γιατί του την άναψα του Κινέζου! »

Οι Κάρτραητς έχουν παγώσει σχεδόν στην κυριολεξία κι ετοιμάζονται να παραδώσουν τις ζώνες με τα πιστόλια τους και να τις πετάξουν προς το μέρος του ανθρώπου που απειλεί την ζωή του αγαπημένου τους μάγειρα.

 »Σταν Άθερτον,μην νομίζεις πως θα ξεφύγεις εύκολα από εδώ μέσα! »ακούγεται ξαφνικά μια φωνή και όλων τα βλέμματα καρφώνουν ακαριαία τον κάτοχό της.Δεν είναι άλλος από τον Τζιμ Άνταμς. »Δεν μου κάνει καθόλου έκπληξη που σε βλέπω εδώ Άνταμς! »αποκρίνεται παγερά ο Άθερτον και σύγκαιρα πιέζει την κάννη του πιστολιού του με περισσότερη δύναμη πάνω στον κρόταφο του Χοπ Σινγκ. »Μετράω ως το τρία »φωνάζει ο κακούργος, »όσων τα όπλα δεν πέσουν στα πόδια μου ο κιτρινιάρης θα πέσει κάτω σαν άδειο σακκί με πατάτες! »

 »Ένα! »

Πριν καν ο Σταν Άθερτον αρθρώσει τον αριθμό δύο,τα όπλα των Κάρτραητς,της Ντιάνας και του Πεπίτο βρίσκονται στα πόδια του. »Κι εσύ Άνταμς! »λέει ο κακοποιός, »γρήγορ…κατάρα! »Την τελευταία λέξη την προφέρει με πόνο και σαστισμάρα ο Άθερτον καθώς βλέπει στο δεξί του πόδι καρφωμένο ένα Ινδιάνικο βέλος.Όση ώρα μιλούσε ο κακούργος ο μικρός Κομάντσι είχε τρυπώσει αθόρυβα κάτω από το τραπέζι χωρίς να γίνει αντιληπτός και είχε περάσει στο τόξο του ένα βέλος από την φαρέτρα του που δεν αποχωρίζεται ποτέ.Με ανείπωτη λύσσα ο Άθερτον πιέζει την σκανδάλη του περιστρόφου του αλλά δεν προλαβαίνει να εκπληρώσει τον εγκληματικό σκοπό του.Ακούγεται ένας πυροβολισμός και ταυτόχρονα μια στριγγιά φωνή πόνου βγαίνει από το λαρύγγι του ξερακιανού άντρα.Κοιτάζει με ακμάζουσα τρέλα τα ματωμένα του δάχτυλα καθώς το πιστόλι του πέφτει στο πάτωμα!Καρφώνει το παρανοϊκό του,βλοσυρό βλέμμα με έντονο,αβυσσαλέο μίσος πάνω στον Τζιμ Άνταμς ενώ στο χέρι του Ελληνόπουλου βρίσκεται το τιμημένο εξάσφαιρο του πατέρα του με την κάννη να καπνίζει ακόμη.

 »Απίστευτο!Θα ορκιζόμουν πως το χέρι του δεν άγγιξε ποτέ το όπλο του »κάνει τη σκέψη ο Μικρός Τζο. »Κι εγώ που νόμιζα πως είμαι από τα γρηγορότερα πιστόλια της περιοχής! »

 »Συλλαμβάνεσαι εν ονόματι του νόμου,Άθερτον! »λέει με σκληρή φωνή ο Τζιμ. »Ήσουν τυχερός στο Σίλβερ Σίτυ γιατί ο σερίφης της πόλης πενθούσε την γυναίκα του και μόλις φύγαμε εμείς από εκεί εσύ ξέφυγες εύκολα από το κελί!Σωστά τα λέω; »

 »Σωστά καταραμένο παιδί!Θα μπορούσα να΄μαι πολύ μακριά τώρα με τα λεφτά των Κάρτραητς αλλά κατά βάθος ήξερα πως δεν θα τα καταφέρω μόνος μου!Παρακολουθώ το ράντσο μέρες τώρα και μου ήταν εύκολο να μάθω τα κατατόπια! »λέει με φωνή που τρέμει ο κακούργος σκύβοντας το κεφάλι του με πόνο κι απελπισία.

Οι Κάρτραητς προσπαθούν ακόμα να συνέλθουν από την έκπληξη των όσων έχουν συμβεί και των όσων έχουν ακούσει.

 »Για κάτσε Τζιμ »πετάγεται με μισοκακακόμοιρο ύφος ο Χος, »θέλεις να πεις πως…πως είσαι σερίφης; »ρωτάει ξεροκαταπίνοντας.

Χωρίς ν’αρθρώσει λέξη ο Άνταμς αναποδογυρίζει τον γιακά του πουκαμίσου του αποκαλύπτοντας το ένδοξο αστέρι των σερίφηδων του Τέξας.Τα γαλάζια σαν χάντρες μάτια του Χος γουρλώνουν με μιας και λέει: »Σερίφης του Τέξας ε;Τα βλέπεις μικρέ αδελφέ; »λέει κοιτάζοντας τον Μικρό Τζο με απογοητευτικό ύφος. »Δυο-τρεις φορές φορέσαμε ένα τενεκεδένιο αστέρι στο γιλέκο μας και νομίζουμε πως κάτι κάναμε,ορίστε ένας σερίφης στην ηλικία σου με…προαγωγή! »συμπληρώνει ο τροφαντότερος των Κάρτραητς χτυπώντας τον αδελφό του στην πλάτη ξεσπώντας ταυτόχρονα σε νέα χαχανητά!

 »Μην βιάζεστε μουτσάτσος και θα’ρθει μας ράπιδο(πολύ γρήγορα)και η δικιά μου προαγωγή σε σερίφης του Ώστιν! »λέει με στόμφο ο Γκονζάλες. »Αλλά πρωτίστως πρέπει να γεμίσει το στομάχι μαυ γιατί σε λίγο θα πέσω λιπόθυμος κι έστα βεθ(αυτή τη φορά)δεν θα φταις εσύ σενιόρ Καβάγιο! »Ο Χος γελάει με την καρδιά του και δίνει εντολή στον περιχαρή πια Χοπ Σινγκ για να ετοιμάσει ένα λουκούλειο γεύμα για όλους.Ύστερα από τρεισήμισι ώρες παραμονής στο ράντσο(κυρίως κατόπιν επιμονής του Μπεν και του Χος)τα παιδιά του νόμου έχουν φάει του σκασμού και παίρνουν τον μακρινό δρόμο της επιστροφής.Ο Μπεν Κάρτραητ τους έχει δώσει ένα άλογο για να παραδώσουν τον Σταν Άθερτον στην δικαιοσύνη.Οι τέσσερις Κάρτραητς θα μείνουν αξέχαστοι στους μικρούς μας ήρωες για ποικίλους και διάφορους λόγους.

                       
                           Απόδοση στα Ελληνικά
                                 Βαγγέλης Αράπης

                                      DELETED SCENE
Μικρός Τζο: »Πρέπει να΄σαι ο Μικρός Σερίφης που όλοι μιλούν γι’αυτόν στο Τέξας,σωστά; »

Τζιμ Άνταμς: »Δεν είμαι και τόσο μικρός…Μικρέ Τζο! »αποκρίνεται το θρυλικό παιδί με μια απότομη λάμψη στο βλέμμα και λέγοντας αυτά τα λόγια ρίχνει μια γροθιά με το δεξί του χέρι στο σαγόνι του Τζο Κάρτραητ….

Publicités

Une Réponse to “Μικρός Σερίφης-Παγίδα στην Ποντερόσα”

  1. Geotrismegistos Says:

    Για πολλή ώρα δεν πίστευα οτι αυτό το έγραψες εσύ.
    Άξιος συνεχιστής του μεγάλου Γιώργου Μαρμαρίδη. Εύγε.

Laisser un commentaire

Entrez vos coordonnées ci-dessous ou cliquez sur une icône pour vous connecter:

Logo WordPress.com

Vous commentez à l'aide de votre compte WordPress.com. Déconnexion / Changer )

Image Twitter

Vous commentez à l'aide de votre compte Twitter. Déconnexion / Changer )

Photo Facebook

Vous commentez à l'aide de votre compte Facebook. Déconnexion / Changer )

Photo Google+

Vous commentez à l'aide de votre compte Google+. Déconnexion / Changer )

Connexion à %s


%d blogueurs aiment cette page :